LOU

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2019

Υπερκόπωση, συμπτώματα και τρόποι αντιμετώπισης


Με απλά λόγια η υπερκόπωση είναι το συναίσθημα του να νιώθει κάποιος συνεχώς κουρασμένος. Διαφοροποιείται από το αίσθημα της νύστας ή της υπνηλίας ή το ψυχολογικό αίσθημα της απάθειας αν και αυτά τα συμπτώματα μπορεί να συνοδεύουν την υπερκόπωση. Άλλοι όροι για να περιγραφεί η υπερκόπωση είναι: α) η μειωμένη ενέργεια ή η έλλειψη ενέργειας β) η σωματική και πνευματική εξάντληση και γ) η απουσία κινητοποίησης.

Κοινά συμπτώματα της υπερκόπωσης

Αν εμφανίζετε αρκετά από τα παρακάτω συμπτώματα, είναι σκόπιμο να επισκεφθείτε έναν γιατρό για να σας υποδείξει τον κατάλληλο ιατρικό έλεγχο.
  • Αδυνατείτε να σκεφθείτε καθαρά
  • Είσαστε εξαιρετικά στρεσαρισμένοι
  • Τα χείλη σας είναι συνεχώς στεγνά
  • Παρουσιάζετε τριχόπτωση
  • Έχετε μειωμένη ερωτική επιθυμία
  • Λόγω της απώλειας ενέργειας δεν μπορείτε να αντέξετε στην ιδέα να ασκηθείτε
  • Νιώθετε θλίψη και έχετε πεσμένη διάθεση
  • Λαχανιάζετε ακόμα κι αν δεν κάνετε κάτι κοπιαστικό
  • Νιώθετε το αίσθημα της κούρασης σχεδόν όλη την ημέρα
  • Αρρωσταίνετε συχνά, έχετε συχνούς πονοκεφάλους και μυϊκούς πόνους
  • Παρουσιάζετε αλλαγές στην όρεξη και τις συνήθειες του ύπνου (αϋπνία, διακεκομμένος ύπνος)
  • Έχετε έντονο το αίσθημα της αποτυχίας και της αυτοαμφισβήτησης
  • Νιώθετε αβοήθητος και ηττημένος
  • Έχετε το αίσθημα της μοναξιάς
  • Έχετε αυξημένα κυνική και αρνητική οπτική για τα πράγματα
  • Δε λαμβάνετε εύκολα ικανοποίηση και νιώθετε απαθείς ακόμα κι αν επιτυγχάνετε στόχους
  • Έχετε την ανάγκη απομόνωσης από το περιβάλλον σας
  • Είστε αναβλητικοί και σας παίρνει περισσότερο χρόνο για να ολοκληρώσετε κάποιο έργο
  • Παραιτείστε από την ανάληψη ευθυνών
  • Χρησιμοποιείτε φάρμακα, τρώτε υπερβολικά ή καταναλώνετε αλκοόλ για να αντιμετωπίσετε την κατάσταση
  • Αργοπορείτε στην εργασία σας ή νιώθετε απογοητευμένοι απ'το περιβάλλον σας
Είναι σημαντικό λοιπόν να ακούσετε τα προειδοποιητικά σημάδια και να κάνετε τον έγκαιρο προληπτικό έλεγχο ώστε να μην απειληθείτε από την εμφάνιση του Συνδρόμου Χρόνιας Κόπωσης.

Τα κύρια αίτια της υπερκόπωσης

Υπάρχουν αρκετά ιατρικά και μη ιατρικά αίτια για την υπερκόπωση συμπεριλαμβανομένων του προσωπικού διαιτολογίου και των συνηθειών ζωής. Οι παρακάτω παράγοντες συνεισφέρουν στην εκδήλωση υπερκόπωσης είτε μεμονωμένοι, είτε σε συνδυασμό:
  • Συναισθηματικό και ψυχοκοινωνικό στρες και κατάθλιψη
  • Αναιμία, διαβήτης, καρκίνος
  • Εγκυμοσύνη, θηλασμός, έλλειψη ύπνου και υπερβολική άσκηση
Επίσης, ο τρόπος ζωής μπορεί να οδηγήσει στην κόπωση και την εξάντληση:
  • Nα κοιμάται κάποιος αργά το βράδυ
  • Να καταναλώνει μεγάλες ποσότητες καφεϊνης
  • Να πίνει μαγάλες ποσότητες αλκοόλ
  • Να μην τρέφεται υγιεινά
Άλλοι οργανικοί παράγοντες που προδιαθέτουν για υπερκόπωση είναι οι εξής:
  • Παχυσαρκία
  • Υπνική άπνοια
  • Αγωγή με αγχολυτικά ή αντικαταθλιπτικά
  • Έλλειψη σιδήρου
  • Νεφρική νόσος
  • Καρδιολογικά προβλήματα
  • Ασθένειες του θυρεοειδή
  • Νευρική ανορεξία ή άλλες διατροφικές διαταραχές
  • Αρθρίτιδα συμπεριλαμβανομένης της ρευματοειδούς αρθρίτιδας
  • Αυτοάνοσα νοσήματα, όπως συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
  • Ινομυαλγία
  • Φλεγμονή του οργανισμού
  • Υποσιτισμός

Πώς γίνεται η διάγνωση για υπερκόπωση

Η κόπωση είναι ένα δύσκολο θέμα για τους γιατρούς. Μπορεί να αποτελεί ένα πρόβλημα σωματικής υγείας ή ένα ψυχολογικό πρόβλημα. Οι ασθενείς που συμβουλεύονται γιατρό για την κόπωσή τους, έχουν την τάση να επικεντρώνονται στα σωματικά τους συμπτώματα και τη σωματική εξάντληση και να παραβλέπουν κάποιους ψυχολογικούς παράγοντες. Έχουν λοιπόν την τάση να βλέπουν το πρόβλημα ως σωματικό και όχι ως ψυχολογικό. Όταν ασθενείς παρουσιάζονται με κόπωση, οι γιατροί θα προσπαθήσουν να αναπτύξουν μια πιο ακριβή εικόνα για τα συμπτώματα, τυπικά θέτοντας τις παρακάτω ερωτήσεις:
Αισθάνεστε μισοκοιμισμένος ή η κόπωσή σας είναι πιο πολύ ένα αίσθημα αδυναμίας;
H απάντηση μπορεί να δώσει σημαντικά στοιχεία καθώς το αίσθημα υπνηλίας μπορεί να είναι σύμπτωμα μιας διαταραχής ύπνου ενώ η αδυναμία παραπέμπει σε αίτιο νευρομυϊκό.
Κατά τη διάρκεια του τελευταίου μήνα είχατε το συναίσθημα της κατάπτωσης, της κατάθλιψης ή του αβοήθητου;
H καταφατική απάντηση μπορεί να είναι δείκτης για κατάθλιψη.
Η κόπωσή σας αναπτύχθηκε σταδιακά ή ξαφνικά;
H κόπωσή σας έχει μια περιοδικότητα, έρχεται και φεύγει;
Για παράδειγμα, η κατάθλιψη είναι η πιο πιθανή διάγνωση αν το αίσθημα της κόπωσης είναι χειρότερο το πρωί αλλά επιμένει όλη την ημέρα, ενώ αντίθετα η κόπωση που σχετίζεται με την υπερβολική άσκηση δείχνει νευρομυϊκό πρόβλημα.
Ποιες είναι οι ανησυχίες σας για την κόπωση;
Ποια θεωρείτε ότι είναι η πιθανή αιτία;
Ο γιατρός σ'αυτήν την περίπτωση ψάχνει να κάνει σύνδεση με διάφορα στρεσογόνα γεγονότα ζωής, για παράδειγμα.
Επίσης, μπορεί να υπάρξουν ερωτήσεις για τις σχέσεις, για ενδεχόμενο πρόσφατο πένθος ή αναταραχές στη ζωή που έχουν να κάνουν με το σπίτι ή την εργασία. Ο γιατρός επίσης μπορεί να θέσει στον ασθενή ερωτήσεις για θέματα διατροφής και άσκησης. Επιπλέον, ο γιατρός μπορεί να κάνει ερωτήσεις για τις συνήθειες ύπνου, ώστε να διαπιστώσει αν κάποια διαταραχή ύπνου οδηγεί στην κόπωση:
  • Πόσες ώρες κοιμάστε κάθε νύχτα;
  • Υπάρχει πρόβλημα στην έλευση του ύπνου ή ξυπνάτε συχνά στη διάρκεια της νύχτας;
  • Σας έχει πει κάποιος αν ροχαλίζετε;
  • Έχει παρατηρήσει κάποιος, να σταματάτε να αναπνέετε για μικρές περιόδους κατά τη διάρκεια του ύπνου;
Oι παραπάνω ερωτήσεις είναι σχεδιασμένες για να προσδιορίσουν την ποιότητα, την ποσότητα του ύπνου, συνήθειες του ύπνου και ρουτίνα ύπνου. Ο γιατρός, επίσης, μπορεί να εξετάσει έναν ασθενή σωματικά ή να εξετάσει την πνευματική του κατάσταση ώστε να βρει φυσικά αίτια ή ψυχολογικά, διανοητικά.
Αν δεν προσδιοριστούν συγκεκριμένα αίτια, υπάρχουν κάποιες εξετάσεις που βοηθούν να τεθεί η διάγνωση.
  • Αιματολογικές εξετάσεις, έλεγχος κορτιζόλης
  • Ρυθμός καθίζησης ερυθρών αιμοσφαιρίων και αντιδρώσα πρωτεϊνη C.
  • Τεστ εξέτασης της νεφρικής λειτουργίας
  • Ουρολογικές εξετάσεις και ηλεκτρολύτες
  • Έλεγχος της λειτουργίας του θυρεοειδή
  • Έλεγχος γλυκόζης κλπ.

Θεραπεία και τρόποι αντιμετώπισης της υπερκόπωσης

Δεν υπάρχει μια μοναδική θεραπεία για την κόπωση, διότι η θεραπευτική προσέγγιση εξαρτάται από τα αίτια της κόπωσης. Αν η διαγνωστική διαδικασία αποκλείσει οργανικά αίτια, οι ακόλουθες τροποποιήσεις στον τρόπο ζωής και τη διατροφή μπορούν να βοηθήσουν στην επίλυση:
  • Βελτίωση των συνηθειών του ύπνου και επάρκεια ύπνου
  • Κανονική άσκηση και εξισορρόπηση άσκησης και δραστηριότητας
  • Περιορισμός καφεϊνης και επαρκής ενυδάτωση του οργανισμού
  • Ισορροπημένη, υγιεινή διατροφή για τη διατήρηση σταθερού σωματικού βάρους
  • Λήψη συμπληρωμάτων διατροφής, αν κρίνεται αναγκαίο
  • Θέσπιση ρεαλιστικών στόχων για το φόρτο εργασίας και καλός προγραμματισμός της εργασίας
  • Εξεύρεση χρόνου για χαλάρωση, διαλογισμό και γιόγκα
  • Ανίχνευση και διαχείριση στρεσογόνων παραγόντων, όπως για π.χ επίλυση προβληματικών σχέσεων
  • Αποφυγή κατανάλωσης αλκοόλ, νικοτίνης και παράνομων ουσιών
Για κάποιους ανθρώπους με υπερκόπωση, οι γιατροί μπορεί να συστήσουν την αναζήτηση συμβουλευτικής ή ψυχοθεραπείας, όπως γνωστικοσυμπεριφορικής θεραπείας. Τέλος, μπορεί να προτείνουν μια δομημένη, διεπιστημονική προσέγγιση στη θεραπεία που να περιλαμβάνει επίσκεψη σε διαιτολόγο και γυμναστή.

Το σύμπτωμα ως πυρήνας δόμησης της οικογένειας




Υπό το πρίσμα της Συστημικής Θεωρίας, η οικογένεια μπορεί να ειδωθεί ως ένα ζωντανό σύστημα, δηλαδή ως ένα σύνολο μερών, τα οποία βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση μεταξύ τους και δημιουργούν την οργάνωση και την δομή τους.

Οι έννοιες της οργάνωσης και της δομής ενός συστήματος

Με τον όρο οργάνωση, εννοούμε τα σχήματα σχέσεων που δημιουργούν την ταυτότητα του συστήματος. Το ίδιο το σύστημα φτιάχνει και διατηρεί την ταυτότητά του, η οποία είναι αμετάβλητη. Δηλαδή, οι γονείς μέσα στο οικογενειακό σύστημα παραμένουν για τα παιδιά τους γονείς, δεν μπορούν να είναι κάτι άλλο, μεταξύ τους ωστόσο, είναι ζευγάρι, όπως τα αδέρφια είναι μεταξύ τους αδέρφια και για τους γονείς τους είναι τα παιδιά τους. Έτσι γίνεται αντιληπτό ότι η εκάστοτε ταυτότητα δίνεται με βάση την φύση της αλληλεπίδρασης.
Με τον όρο δομή, εννοούμε τους κανόνες επικοινωνίας και τις συναλλαγές των μερών του.
Η δομή ενός συστήματος, σε αντίθεση με την οργάνωσή του μπορεί να είναι ευμετάβλητη. Δηλαδή, μπορεί τα παιδιά να φύγουν από το σπίτι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι παύουν να είναι παιδιά των γονιών τους ή μπορεί το ζευγάρι να χωρίσει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι παύουν να είναι η μητέρα και ο πατέρας των παιδιών τους.
Για την καλύτερη κατανόηση των πληροφοριών που θα δοθούν στην συνέχεια, είναι σημαντικό να διευκρινιστούν δύο λειτουργίες των συστημάτων. Αρχικά, μία βασική ιδιότητα όλων των συστημάτων είναι η ομοιόσταση, δηλαδή η τάση τους να διατηρούν το εσωτερικό τους περιβάλλον σε κατάσταση ισορροπίας και σταθερότητας κάτω από μεταβαλλόμενες συνθήκες. Επιπλέον, τα οικογενειακά συστήματα είναι αυτοποιητικά, δηλαδή αυτοδημιουργούνται, αυτορρυθμίζονται και αυτοδιατηρούνται με τρόπο σοφό που έχει πάντα ως στόχο την επιβίωση του συστήματος, ακόμα κι αν αυτό δεν φαίνεται με μία πρώτη ματιά.

Το σύμπτωμα στην οικογένεια

Έχοντας τις παραπάνω πληροφορίες για τα οικογενειακά συστήματα δημιουργείται η εύλογη απορία του πώς ένα σοφό, ομοιοστατικό, αυτοποιητικό σύστημα εμφανίζει ένα σύμπτωμα.
Το πρώτο βήμα για την καλύτερη κατανόηση των συμπτωμάτων μέσα στην οικογένεια είναι η αλλαγή του ρήματος "εμφανίζει" με το ρήμα "δημιουργεί". Για την δημιουργία, λοιπόν, ενός συμπτώματος, είναι αρχικά απαραίτητος/η κάποιος/α παρατηρητής/τρια, που θα σχηματίσει την εντύπωση ότι "κάτι δεν πάει καλά" κατά την παρατήρηση της συμπεριφοράς ενός ή περισσότερων άλλων ανθρώπων ή και του ίδιου του εαυτού του. Στη συνέχεια αρχίζει να κατασκευάζεται μέσα στην οικογένεια ένα δίκτυο επικοινωνίας, μέσα από το οποίο διαδίδονται πληροφορίες για την νέα αυτή συμπεριφορά, αναζητώνται εξηγήσεις, προτείνονται λύσεις κι έτσι οι επικοινωνιακές σχέσεις των μελών της οικογένειας αρχίζουν να επικεντρώνονται γύρω από την νέα αυτή πληροφορία του συμπτώματος.
Για παράδειγμα, μέσα σε μία τετραμελή οικογένεια, η μητέρα αρχίζει να παρατηρεί πως η μεγάλη κόρη της, έχει μειώσει τις ποσότητες φαγητού που καταναλώνει, νοηματοδοτεί αυτή την αλλαγή συμπεριφοράς ως ανησυχητική, επικοινωνεί την ανησυχία της στον σύζυγό της, ξεκινάει μία επικοινωνία μεταξύν γονέων χαρακτηριζόμενη από ανησυχία, την οποία παρατηρεί και ο μικρότερος γιος, αναφέρουν την παρατήρησή τους στην κόρη τους, αναζητούν εξηγήσεις, αρχίζουν όλοι μέσα στην οικογένεια να παρατηρούν ακόμα περισρότερο τις διατροφικές συνήθειες της κόρης κι έτσι κατασκευάζεται η εικόνα του συμπτώματος, το οποίο με μία επίσκεψη σε κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας ή με αναζητήσεις σε βιβλία, στο ίντερνετ, σε μέσα ενημέρωση, μπορεί να ονομαστεί και ως "διατροφική διαταραχή" ή "νευρική ανορεξία".

Η λειτουργία του συμπτώματος στην οικογένεια

Πώς, όμως, εμφανίζεται η συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται ως σύμπτωμα και ποιά είναι η λειτουργία της μέσα στο σύστημα της οικογένειας;
Αφού τα συστήματα είναι σοφά, όλες οι συμπεριφορές που παρατηρούνται μέσα σε αυτά έχουν κάποια λειτουργία, κάποια χρησιμότητα, ακόμα κι αυτές που χαρακτηρίζονται από την οικογένεια ή από οποιοδήποτε άλλο παρατηρητή ως προβληματικές.
Για να γίνει πιο κατανοητή η εν λόγω θεώρηση, ας πάρουμε το παράδειγμα της κόρης που εμφανίζει ανορεκτική συμπεριφορά. Η πρώτη σκέψη που δημιουργείται είναι πως η συμπεριφορά αυτή αποτελεί πρόβλημα για την κοπέλα, της οποία η υγεία τίθεται σε κίνδυνο, αλλά σπάνια αναρωτιέται κάποιος, με ποιον τρόπο της είναι χρήσιμη. Ας προσθέσουμε τώρα την πληροφορία πως η κόρη βρίσκεται στην εφηβεία.
Ποια είναι μία συνηθισμένη ανάγκη πολλών εφήβων;  Η απόρριψη των ενήλικων μορφών εξουσίας. Ωστόσο, καθώς η οργάνωση του οικογενειακού συστήματος δεν αλλάζει, η έφηβη κοπέλα παραμένει κόρη των γονιών της και ποιά είναι η ανάγκη των περισσότερων παιδιών; Η γονεϊκή φροντίδα και στοργή. Με την ανορεκτική συμπεριφορά της, λοιπόν, η κόρη καταφέρνει και να απορρίπτει τους γονείς ως μορφές εξουσίας με την άρνησή της να φάει το φαγητό που της προσφέρουν, αλλά και να τους προ(σ)καλεί να την φροντίσουν, μιας και πρόκειται πλέον για ένα μέλος της οικογένειας που θεωρείται από ψυχικά ευάλωτο μέχρι και άρρωστο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το σύμπτωμα αποτελεί λύση στο δίλημμα της έφηβης κόρης ανάμεσα στην ανάγκη για επανάσταση και την ανάγκη για φροντίδα και αποκτά χρησιμότητα.

Η χρησιμότητα του συμπτώματος

Ένα ακόμη παράδειγμα για την χρησιμότητα του συμπτώματος θα μπορούσε να αναζητηθεί και στην καταθλιπτική συμπτωματολογία. Ας φανταστούμε μία οικογένεια στην οποία η μητέρα αρχίζει να φέρεται με τρόπο καταθλιπτικό, βιώνει αφόρητη θλίψη, δεν έχει ενέργεια να κάνει σχεδόν τίποτα μέσα στο σπίτι, κοιμάται συνεχώς, πηγαίνει σε έναν ειδικό ψυχικής υγείας και της δίνεται η διάγνωση της κατάθλιψης.
Πριν δοθεί η διάγνωση, το μοτίβο δόμησης της οικογένειας ήθελε την μητέρα στην θέση της αυτοθυσιαζόμενης φροντίστριας που κάνει τα πάντα για την οικογένειά της. Μετά την διάγνωση, η μητέρα περνάει στην θέση της φροντιζόμενης, αφού πλέον, ως ψυχικά ευάλωτη, δεν της δίνονται οι ίδιες ευθύνες και απαιτήσεις σε σχέση με πριν. Με αυτόν τον τρόπο, η μητέρα καταφέρνει να πάρει την φροντίδα που χρειάζεται, παραμένοντας, ωστόσο αφοσιωμένη στην οικογένειά της, αφού η ίδια δεν ζητάει τίποτα, τα ζητάει όλα η κατάθλιψη για εκείνη. Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό, πως το σύμπτωμα, μπορεί να είναι ένας τρόπος διατάραξης των μέχρι τώρα μοτίβων σε ένα πλαίσιο όπου τα πράγματα δεν μπορούν να συνεχιστούν όπως έχουν, αλλά και που κάποιος δεν μπορεί να αλλάξει δραστικά την συμπεριφορά του.
Το μέλος της οικογένειας που εκδηλώνει την συμπτωματική συμπεριφορά αποκτά τον ρόλο του ευάλωτου και οι αλληλεπιδράσεις μέσα στην οικογένεια αρχίζουν να επηρεάζονται από αυτό το ρόλο, αλλά και να τον επηρεάζουν.
Η δομή της οικογένειας μπορεί να αρχίζει να αλλάζει και να επαναπροσδιορίζεται από το σύμπτωμα και την συνεπακόλουθη έννοια της ψυχικής ασθένειας. Σε αυτό το σημείο, προστίθενται πολλές φορές στην καθημερινότητα της οικογένειας και συστήματα ειδικών ψυχικής υγείας, υπηρεσιών και διαφόρων φορέων που έρχονται να βοηθήσουν την οικογένεια στην προσπάθεια εξάλλειψης του προβλήματος.
Έτσι δημιουργούνται συγκεκριμένα επαναλαμβανόμενα πρότυπα αλληλεπίδρασης που συνδέουν τα μέλη της οικογένειας μεταξύ τους, αλλά και το οικογενειακό σύστημα με τα εξωτερικά συσήματα σε μία κυκλική διαδικασία που το σύμπτωμα επηρεάζει την επικοινωνία και η επικοινωνία το σύμπτωμα. Σιγά σιγά αυτά τα μοτίβα επικοινωνίας αρχίζουν να παγιώνονται και έτσι η οικογένεια πλέον έχει εκ νέου δομηθεί γύρω από την εκάστοτε ψυχική δυσκολία.



Η ανατομία της αγάπης και το παράδοξο του έρωτα 


Στην πραγματικότητα, λίγοι άνθρωποι στην σύγχρονη εποχή έχουν απαλλαγεί από τις αγωνίες των ερωτικών σχέσεων. Αυτές οι αγωνίες έρχονται σε πολλές μορφές: φιλώντας πάρα πολλούς βατράχους στον δρόμο προς τον γοητευτικό πρίγκηπα ή την όμορφη πριγκίπισσα, προσηλωμένη αναζήτηση στο διαδίκτυο, μοναχική επιστροφή από μπαρ, πάρτι ή ραντεβού στα τυφλά.

Ακόμα, κι όταν οι σχέσεις σχηματιστούν, οι αγωνίες δεν σβήνουν, καθώς μπορεί να βαριέσαι, να είσαι ανήσυχος ή θυμωμένη μέσα σε αυτές, να ανταλλάσσεις οδυνηρές κουβέντες και να έχεις επώδυνες συγκρούσεις ή τελικά να βρεθείς σε σύγχυση, αμφιβολίες και την κατάθλιψη του χωρισμού ή του διαζυγίου. Αυτοί είναι μόνο μερικοί από τους τρόπους με τους οποίους η αναζήτηση της αγάπης είναι μια συγκλονιστικά δύσκολη εμπειρία από την οποία λίγοι άντρες και γυναίκες έχουν γλυτώσει. Αν μπορούσαμε να ακούσουμε τους ήχους των ανδρών και των γυναικών που αναζητούν αγάπη, θα ακούγαμε μια μακρά και δυνατή λιτανεία από στεναγμούς, λυγμούς, δάκρυα και σπαραγμούς.

Το παράδοξο του έρωτα


Η ευτυχία μου είμαι εγώ, όχι εσύ. Όχι μόνο γιατί εσύ μπορεί να είσαι περαστικός, αλλά κι επειδή εσύ θέλεις να είμαι αυτό που δεν είμαι. Υπάρχει μια θαυμάσια φράση του Γκαίτε που περιέχει όλη την ειρωνεία αυτού του αλληλεπιδρόντος μηχανισμού.

«Εγώ σ΄αγαπώ. Αυτό όμως δεν έχει καμιά σχέση με σένα»

Οι γυναίκες παραπονιούνται ότι δεν ξέρουν τι περιμένουν οι άντρες και οι άντρες λένε ότι δεν καταλαβαίνουν τι θέλουν οι γυναίκες…όπως είπε ο Lacan με έναν στεναγμό…οι ερωτευμένοι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να συνεχίζουν να μαθαίνουν την γλώσσα του άλλου επ’ αόριστον, ψηλαφώντας, αναζητώντας τα κλειδιά, κλειδιά που είναι πάντα ανακλήσιμα. Ο έρωτας είναι πάντα ένας λαβύρινθος από παρεξηγήσεις όπου η έξοδος δεν υπάρχει (Jacques Alain Miller).

Ο έρωτας ξεβολεύει. Προκαλεί ψυχική αναταραχή, εδραιώνει νέες σχέσεις και εισάγει καινούργιους στόχους. Στην ερωτική διάσταση ενεργοποιείται μία σύνδεση με κάτι που μεταβάλλεται και ό,τι μεταβάλλεται είναι πάντοτε απρόβλεπτο. Σύμφωνα με τον Λακάν: «Να αγαπάς είναι να δίνεις εκείνο που δεν έχεις σε κάποιον που δεν το θέλει». Στον έρωτα, το άτομο δοκιμάζει μια κατάσταση που έχει την ιδιαιτερότητα να είναι πάντα άγνωστη. Το άγνωστο είναι ένα άλλο χαρακτηριστικό του να επιθυμούμε κάτι κι ας μην έχουμε αναφορές κι ας ερχόμαστε απότομα αντιμέτωποι με αυτό που δεν γνωρίζουμε. Ό,τι είναι άγνωστο όμως προκαλεί και φόβο.

«Φόβος και έρωτας πάνε μαζί» (Aldo Carotenudo)

Μία ένδειξη του, ότι είμαστε ερωτευμένοι, είναι ο φόβος που νιώθουμε απέναντι στον έρωτα κι αν δεν νιώθουμε αγωνία για αυτό που συμβαίνει, προφανώς δεν είμαστε ερωτευμένοι.

«Η μικρή αλεπού λέει στον μικρό πρίγκηπα: Εξημέρωσέ με» (Ο Μικρός Πρίγκηπας, -Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ-)

Υπάρχει διαφορά μεταξύ του «είμαι ερωτευμένος» και του «αγαπώ». Το ένα προκαλεί πρωτογενείς μηχανισμούς σύνδεσης, ενώ το άλλο απαιτεί ωριμότητα. Το «είμαι ερωτευμένος» μπορεί να οδηγήσει στην «αγάπη» ως συνέχεια, συνέπεια και διάρκεια, αλλά για να το παραφράσουμε, δεν υπάρχει βασιλική οδός από το ένα στο άλλο. Το πλήρες ταξίδι απαιτεί την εμπειρία και την γνώση (εμπειρογνωμοσύνη) ενός εαυτού που είναι σε επαγρύπνηση.

Πέντε λειτουργίες του Εγώ είναι ιδιαίτερα σημαντικές.


Πρώτον, η αγάπη απαιτεί διαρκή έλεγχο της πραγματικότητας για να αξιολογήσει τις πραγματικές ιδιότητες του αγαπημένου.

Δεύτερον, το Εγώ πρέπει να ενσωματώνει τις πρώιμες εμπειρίες με τις εμπειρίες που μοιραζόμαστε στις ενήλικες σχέσεις μας για να φτιάξει μια ισχυρή ενήλικη αγάπη.

Τρίτον, το Εγώ πρέπει να αντισταθμίζει τη δύναμη της εσωτερικής κριτικής και να προστατεύει τη νέα αγάπη από την τάση να την ματαιώσουμε.

Τέταρτον, το Εγώ πρέπει να μετριάσει τις παρορμήσεις που απαιτούν πλήρη ικανοποίηση.

Πέμπτον, το Εγώ καλείται να κατανοήσει και να τιθασεύσει την παθολογική τάση να επιλέγει αυτούς με τους οποίους αναβιώνει γνώριμες στερήσεις και τραύματα με το να διαπραγματευτεί μεταξύ της απαίτησης για επανασύνδεση με τα πρόσωπα φροντίδας ώστε «να ξαναζήσει το οικείο και επώδυνο για να αλλάξει την εμπειρία», αφενός, και της ανάγκης να φτιάξει μια ενήλικη θεραπευτική αγάπη μέσα στην οποία να νιώθει ικανοποίηση, εμπιστοσύνη και ασφάλεια, από την άλλη.

Ερωτευόμαστε αυτόν/ή που έχει την απάντηση ή μια απάντηση στην ερώτησή μας: «Ποιος είμαι;» (Jacques Alain Miller)

Η θεραπευτική αγάπη


Η αγάπη είναι κάτι που μαθαίνεται, όπως μαθαίνεται ο φόβος, η προκατάληψη, το μίσος, το ενδιαφέρον, η υπευθυνότητα, η αφοσίωση, ο σεβασμός, η καλοσύνη, η ευγένεια. Όλα αυτά μαθαίνονται έξω στην κοινωνία, στο σπίτι, μέσα σε μια σχέση.

Η αγάπη προς τον άλλον μπορεί να θεραπεύσει τις πληγές που κουβαλάμε. Ο «άλλος» γίνεται η αφορμή να προκαλέσουμε και να προσκαλέσουμε την ευτυχία καθώς μαζί του επιδιώκουμε συναισθηματικές εμπειρίες, όπως ενθάρρυνση, αισιοδοξία ή την εμφάνιση πλευρών του εαυτού που δεν είχαμε την ευκαιρία να ανακαλύψουμε μέσα από την σχέση με τους γονείς. Η αναζήτηση θεραπευτικής αγάπης είναι εγγενώς ελπιδοφόρα, αν και είναι επιρρεπής στην απογοήτευση όταν οι προσδοκίες είναι πολύ υψηλές. Ακόμα, η αναζήτηση της θεραπείας μέσα από την αγάπη είναι προοδευτική, προσβλέπει σε ένα νέο μέλλον που δεν αποτελεί αναπαράσταση του παρελθόντος. Η έννοια της θεραπευτικής αγάπης δε πρέπει να συγχέεται με την ακύρωση των πρώιμων τραυμάτων διότι βασίζεται σε μια αναζήτηση για κάτι καλό, όχι μόνο στην αποφυγή κάποιου κακού, και σίγουρα όχι, στην εξουδετέρωση παλαιών αναμνήσεων

Πώς μπορεί η ενήλικη αγάπη να θεραπεύσει εάν δεν βασίζεται σε πρώιμη εμπειρία;


Η αγάπη καταπονείται από την σύγκρουση μεταξύ της επιθυμίας για το οικείο αλλά επώδυνο, αφενός, και την επιθυμία για μία θεραπευτική σχέση, αφετέρου.

Η θεραπευτική αγάπη δεν μπορεί να προσφέρει σύνδεση με τα πρόσωπα φροντίδας, αλλά μπορεί να αναβιώσει μια ματαιωμένη δυνατότητα για αίσθηση ικανοποίησης και οικειότητας.

Η θεραπευτική αγάπη ακόμα και να διερευνηθεί πλήρως, εμπεριέχει μερικά μυστήρια. Η προέλευση της θεραπευτικής αγάπης βρίσκεται τουλάχιστον σε δύο διαφορετικές ζώνες εμπειρίας. Καταρχάς, η επιθυμία για θεραπευτική αγάπη μπορεί να διαμορφωθεί μέσω της συμβολικής επεξεργασίας μερών της εμπειρίας μας, όπως μεταβατικών στιγμών σύνδεσης ή ικανοποίησης που κάποτε βιώσαμε είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσα από την παρατήρηση της ικανοποίησης που νιώθουν οι άλλοι που τη λαμβάνουν. Η δεύτερη ζώνη εμπειρίας είναι οι διαπροσωπικές σχέσεις της ενήλικης ζωής. Οι αντιξοότητες της αγάπης στην ενήλικη ζωή μπορούν να ανακατασκευάσουν τις αντιλήψεις μας για την αγάπη. Οι συναισθηματικές ανάγκες που δεν ικανοποιούνται κατά την παιδική ηλικία μπορούν να ικανοποιηθούν αργότερα, στην ενηλικίωση. Τέτοιες ενήλικες εμπειρίες ικανοποίησης μπορούν να συμβάλουν στη διαμόρφωση νέων πρωτοτύπων συναισθηματικής σύνδεσης.

Ίσως η αγάπη είναι η προσπάθειά μου να σε οδηγήσω μαλακά πάλι πίσω στο εαυτό σου (Ο Μικρός Πρίγκηπας, -Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ-)

Η αγάπη εκπληρώνει μια σειρά ενδοψυχικών λειτουργιών. Πρώτον, το πάθος της αγάπης διευκολύνει τη μεταφορά της αρχέγονης ενέργειας από παιδικές εικόνες που κατοικούν στο ασυνείδητο, όπου η ικανοποίηση δεν είναι εφικτή, στις τρέχουσες, διαπροσωπικές σχέσεις, όπου είναι εφικτή.

Δεύτερον, η αγάπη συμβολικά επαναφέρει τις σχέσεις με τους σημαντικούς ανθρώπους της παιδικής ηλικίας. Τρίτον, η αγάπη αποκαθιστά ένα μέτρο συμβιωτικής ευδαιμονίας. Τέλος, η αγάπη θεραπεύει τα πρώιμα τραύματα και τις στερήσεις.

Η αγάπη μπορεί να αποκαταστήσει τη ναρκισσιστική ισορροπία μέσω της προβολής του ιδεώδους Εγώ στον αγαπημένο (Freud, 1914)

Η ευτυχισμένη αγάπη είναι ανακάλυψη της ζωτικής ενέργειας μέσα μας, μπορεί να αποκαταστήσει την παιδική ικανότητα για παιχνίδι, συνδέει τη ζωή της φαντασίας με την αντικειμενική πραγματικότητα στον κοινό διαπροσωπικό χώρο της φαντασίας. Όλες αυτές οι λειτουργίες, φυσικά, έχουν τις παθολογίες τους, όμως, εντός ορίων, κάθε όριο μπορεί επίσης να είναι μέρος της φυσιολογικής αγάπης.

Η αγάπη είναι συμβιβαστικός μηχανισμός, μια πολύπλοκη ενσωμάτωση διαφορετικών επιθυμιών και σχέσεων από κάθε εποχή της ανάπτυξης, μαζί με τις ισχύουσες αγωνίες και άμυνες. Έτσι λοιπόν υπάρχουν ποικιλίες αγάπης, κάθε αγάπη σχηματίζεται από διαφορετικό συνδυασμό συστατικών και από μια διαφορετική λύση των συγκρούσεων και των προκλήσεων που προκύπτουν. Όλες οι δυσκολίες της αγάπης, οι περίεργες τελετουργίες, τα υποκατάστατα, οι διαστροφές και οι παράλογες προϋποθέσεις για αγάπη, μπορούν να νοηθούν ως εκφράσεις των δυσκολιών που συναντώνται στην ενσωμάτωση αυτών των πολλών συστατικών. Δεν υπάρχει αγνή αγάπη περισσότερο από ότι υπάρχει καθαρή διαστροφή. Η ίδια η αγάπη συνεπάγεται αντιφατικές συναισθηματικές δυνάμεις και την ενσωμάτωση αυτών των δυνάμεων.

Η αγάπη είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή ανακατασκευή της εμπειρίας(Bergmann, 1993)

Στην θεραπεία

Στην θεραπευτική διαδικασία αυτό που εκφράζεται επανειλημμένα και μετ΄επιτάσεως είναι η απεγνωσμένη ανάγκη «ν΄ αγαπηθώ». Αυτή, η έκκληση, ακουμπάει στις δύο πλευρές του έρωτα όπως τις διαχώρισε ο Freud: είτε ερωτεύεσαι κάποιον/α που προστατεύει, σε αυτή την περίπτωση ο άλλος γίνεται μητρικό υποκατάστατο, ή ερωτεύεσαι την ναρκισσιστική εικόνα του εαυτού σου. Αυτή η ανάγκη απηχεί την εσφαλμένη αντίληψη ότι ο «άλλος» μας χρωστάει αγάπη.

Η ψυχοθεραπεία είναι η θεραπεία επιλογής για την προώθηση της ικανότητας του ατόμου να αγαπάει.

Μέσα στην θεραπεία, το άτομο αναβιώνει την απωθημένη αγάπη και τις οδυνηρές πλευρές της για τους σημαντικούς ανθρώπους της ζωής του, οι οποίες στην συνέχεια μετατοπίζονται στην θεραπευτική διαδικασία. Φυσικά, αυτή η διαδικασία είναι συγκρουσιακή: όταν η αγάπη αναδύεται από την απώθηση εξακολουθεί να είναι συγκλονισμένη στην παιδική σύγκρουση.

Η καρδιά της αναλυτικής θεραπείας είναι η αναζωογόνηση, η αποκάλυψη, η ερμηνεία αυτών των συγκρούσεων.

Τα πρωτότυπα του αρχικού δεσμού, από μοντέλα για επώδυνη επανάληψη, αναθεωρούνται και ανακατασκευάζονται σε λειτουργικά πρωτότυπα σύνδεσης που μπορούν να διαδραματίσουν πλέον κεντρικό ρόλο στην αντίληψη του ατόμου για την αγάπη και τις σχέσεις. Ελευθερωμένοι από την απώθηση, απελευθερωμένοι από συγκρουσιακές εμπλοκές και από την προσκόλληση στις αρχικές φιγούρες, ανακαλύπτουμε την ικανότητα να μπορούμε να συνδεθούμε και να αναζητήσουμε τον έρωτα και την αγάπη στον πραγματικό κόσμο.. Αυτή, η προοδευτική δημιουργία ενός νέου πρωτότυπου μπορεί να επενδύσει στο εδώ και τώρα σε μια νέα σχέση που ικανοποιεί, ή ακόμα, και σε μακροχρόνια αγάπη που θεραπεύει.

Το άγχος στην εγκυμοσύνη αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαταραχών προσωπικότητας


Οι διαταραχές προσωπικότητας οι οποίες περιλαμβάνονται στον διαγνωστικό οδηγό DSMV (APADSMV, 2013), αποτελούν ένα ξεχωριστό κομμάτι των ψυχικών διαταραχών. Σύμφωνα με τον διαγνωστικό οδηγό, μια διαταραχή προσωπικότητας είναι ένα μοτίβο της «εσωτερικής ψυχικής εμπειρίας» και της συμπεριφοράς που αποκλίνει σημαντικά από τις προσδοκίες του ατόμου ως κουλτούρα, είναι διάχυτη και άκαμπτη, και εμφανίζεται στην εφηβεία ή στην πρώιμη ενήλικη ζωή.
Μια διαταραχή προσωπικότητας χαρακτηρίζεται από μία σταθερότητα ως προς την ένταση των κλινικών συμπτωμάτων και οδηγεί το άτομο σε δυσφορία ή δυσλειτουργία της καθημερινότητας.

Οι διαταραχές προσωπικότητας είναι οι ακόλουθες:

  • Παρανοειδής διαταραχή προσωπικότητας
  • Σχιζοειδής διαταραχή προσωπικότητας
  • Σχιζότυπη διαταραχή της προσωπικότητας
  • Αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας
  • Μεταιχμιακή (Οριακή) διαταραχή της προσωπικότητας
  • Οιστριονική διαταραχή της προσωπικότητας
  • Nαρκισσιστική διαταραχή της προσωπικότητας
  • Αποφευκτική διαταραχή της προσωπικότητας
  • Εξαρτημένη διαταραχή της προσωπικότητας
  • Η Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή της προσωπικότητας
  • Μεταβολή της προσωπικότητας που οφείλεται σε άλλη ιατρική κατάσταση
  • Άλλες διαταραχές προσωπικότητας και άτυπες διαταραχές προσωπικότητας

Το άγχος κατά την εγκυμοσύνη και οι διαταραχές προσωπικότητας

Τα παιδιά των γυναικών που έχουν βιώσει σοβαρό άγχος κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι 10 φορές πιο πιθανό να αναπτύξουν κάποια διαταραχή προσωπικότητας στην ηλικία των 30 ετών, σύμφωνα με νέα έρευνα ψυχικής υγείας, την οποία επικαλείται το BBC.
Τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης μελέτης, που δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση «British Journal of Psychiatry», έδειξαν ότι ακόμη και το μέτριας έντασης στρες έχει επιπτώσεις στην ανάπτυξη του παιδιού.
H δρ. Τρούντι Σενεβιρατν, η πρόεδρος του «Royal College of Psychiatrists», εξηγεί ότι η εγκυμοσύνη μπορεί να είναι μια περίοδος με πολύ άγχος και οι μαμάδες έχουν ανάγκη από στήριξη.
«Αν και δεν θέλουμε οι γονείς να πιστεύουν ότι βλάπτουν τα παιδιά τους, πράγματι το στρες τα επηρεάζει», δηλώνει η ίδια και προσθέτει ότι οι υπηρεσίες ψυχολογικής στήριξης και προαγωγής της ψυχικής υγείας του Εθνικού Συστήματος Υγείας της Βρετανίας έχουν παρουσιάσει τα τελευταία χρόνια αξιοσημείωτη βελτίωση.

Τα δεδομένα και τα ευρήματα της έρευνας

Στην έρευνα έλαβαν μέρος πάνω από 3.600 έγκυες γυναίκες από το Ελσίνκι της Φιλανδίας οι οποίες ρωτήθηκαν για τα επίπεδα άγχους τους (αξιοσημείωτο άγχος, κάποιο άγχος, καθόλου άγχος). Στη συνέχεια τα παιδιά τους , που είχαν γεννηθεί μεταξύ 1975 και 1976, έγιναν αντικείμενο παρακολούθησης. Οι ερευνητές επιχείρησαν να εξετάσουν αποκλειστικά την επίδραση του άγχους ελέγχοντας άλλους παράγοντες, όπως το ψυχιατρικό ιστορικό των εγκύων, το κάπνισμα και η κατάθλιψη.
Όταν αυτά τα παιδιά έγιναν 30, διερευνήθηκε η ύπαρξη διάγνωσης για κάποια διαταραχή προσωπικότητας. Βρέθηκαν 40 διαγνώσεις και όλες ήταν περιπτώσεις σοβαρών διαταραχών, ενώ για την αντιμετώπιση ορισμένων από αυτές είχε κριθεί απαραίτητη η νοσηλεία.
Διαπιστώθηκε ότι η παρατεταμένη έκθεση σε υψηλά επίπεδα άγχους κατά την εγκυμοσύνη μπορεί να έχει μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στα παιδιά. Συγκεκριμένα, τα παιδιά που εκτέθηκαν σε σοβαρό άγχος ήταν 9,53 φορές πιο πιθανό να εμφανίσουν κάποια διαταραχή προσωπικότητας σε σχέση με τα παιδιά που δεν είχαν εκτεθεί σε αυτό. Παράλληλα, τα παιδιά που βίωσαν μέτρια επίπεδα άγχους είχαν τέσσερις φορές περισσότερες πιθανότητες εμφάνισης κάποιας διαταραχής προσωπικότητας.
Είναι ακόμα άγνωστο το πώς το άγχος επιδρά στην εμφάνιση διαταραχών προσωπικότητας, ενδέχεται, πάντως, να παίζουν ρόλο αλλαγές στον εγκέφαλο, κληρονομημένα γονίδια ή άλλοι παράγοντες κατά την ανατροφή του παιδιού, όπως συμβαίνει και με τις υπόλοιπες ψυχικές διαταραχές.
Σύμφωνα με την Σενεβιρατν, είναι ανάγκη οι μέλλουσες μητέρες να μάθουν να ξεκουράζονται, να ζητούν στήριξη και να μιλάνε σε κάποιον για τα συναισθήματα τους όποτε το έχουν ανάγκη.
Ο επικεφαλής συντάκτης της μελέτης, Ρος Μπράνιγκαν από το «Royal College of Surgeons» της Ιρλανδίας, σχολιάζοντας τη μελέτη, υπογραμμίζει ότι τα αποτελέσματα αυτά αναδεικνύουν την σημασία της παροχής ψυχολογικής υποστήριξης στις γυναίκες και στις οικογένειές τους τόσο κατά την προγεννητική περίοδο όσο και μετά τη γέννα.
Οι διαταραχές προσωπικότητας πλήττουν έναν στους 20 ανθρώπους. Σε αυτές, ορισμένοι τομείς της προσωπικότητας του πάσχοντα δυσκολεύουν τη δική του ζωή ή αυτή των άλλων. Υπάρχουν ποικίλοι τύποι τέτοιων διαταραχών (παρανοειδής, αντικοινωνική κ.α.), οι οποίοι έχουν διαφορετικά συμπτώματα, όπως συναισθηματική αστάθεια, άγχος κλπ.