LOU

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

Γυναίκες και τρομοκρατία


Από την προσοβιετική Ρωσία μέχρι σήμερα, η συμμετοχή γυναικών σε τρομοκρατικές οργανώσεις δεν παύει να εκπλήσσει. Παρά τη περιορισμένη συμμετοχή τους, η δημοτικότητα που έχουν αποκτήσει οι γυναίκες τρομοκράτες είναι εντυπωσιακή και συνήθως τους αποδίδεται το στερεότυπο της ιδεολόγου ηρωίδας που μάχεται κατά ενός δεσποτικού καθεστώτος. 



Για πολλές από αυτές η σύγκρουση των παραδοσιακών οικογενειακών ρόλων και των φεμινιστικών ή πολιτικών ιδεών είναι παροιμιώδης. Σε πολλά ημερολόγια έχουν καταγραφεί αγωνιώδεις προσπάθειες χειραφέτησης κατά την εφηβική-νεανική ηλικία, η συνέχεια των οποίων φαίνεται να είναι η συμμετοχή σε κάποια τρομοκρατική ή επαναστατική οργάνωση. 



Σάρα Τζέιν Μουρ 



Στις 22 Σεπτεμβρίου 1975, η Σάρα Μουρ επιχείρησε να δολοφονήσει τον Αμερικανό πρόεδρο Τζέραλντ Φορντ έξω από το ξενοδοχείο St. Francis του Σαν Φρανσίσκο. 



Πρώην φοιτήτρια νοσηλευτικής, εθελόντρια στο στρατό και λογίστρια στο επάγγελμα, η Moore ήταν μητέρα τεσσάρων παιδιών και είχε πέντε διαζύγια στο ενεργητικό της προτού υιοθετήσει ακραίες πολιτικές πεποιθήσεις και στραφεί στην τρομοκρατία. 



Για την ενέργεια της, η Moore, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη και αποφυλακίστηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2007, ένα χρόνο και πέντε μέρες μετά το θάνατο του Προέδρου Φόρντ. 



Στις πρώτες της δηλώσεις εξέφρασε τη μεταμέλεια της τονίζοντας ότι σήμερα είναι χαρούμενη για την αποτυχία της αλλά τότε ήταν μια ενέργεια που φαινόταν δικαιολογημένη. 



Σαρλότ Κορντέ 



Ο άγγελος της δολοφονίας, η Μαρί Αν Σαρλότ ντε Κορντέ ντε Αρμόν έγινε ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της Γαλλικής Επανάστασης δολοφονώντας το Ζαν Πολ Μαράτ. Ο τελευταίος ήταν επικεφαλής της πολιτικής οργάνωσης των Ιακωβίνων και υπεύθυνος για την περίοδο διώξεων που έχει ονομαστεί «Βασιλεία του Τρόμου». 



Για την πράξη της καταδικάστηκε και εκτελέστηκε δια αποκεφαλισμού. 



Ωστόσο, πρόλαβε να δημοσιοποιήσει το μανιφέστο της στη δίκη της, περιγράφοντας τη δολοφονία του Μαράτ και τους λόγους για τους οποίους προέβη σε αυτή. Η πράξη της απαθανατίστηκε σε πίνακα του Εμέ Μποντρί το 1860.



Τενμόζι Ραγιαράτναμ 



Η Τενμόζι Ραγιαράτναμ ήταν η γυναίκα που δολοφόνησε τον πρόεδρο της Ινδίας Ρατζίβ Γκάντι και 14 ακόμα ανθρώπους με καλά οργανωμένη αποστολή αυτοκτονίας στις 21 Μαΐου 1991 στη Σρι Λάνκα. 



Η πράξη της ήταν μια διαμαρτυρία για την ανάπτυξη της Ινδικής Ειρηνευτικής Δύναμης στη Σρι Λάνκα κατόπιν συμφωνίας με την κυβέρνηση της χώρας. Από το 1987 μέχρι το 1991, η ειρηνευτική δύναμη πολεμούσε αποκλειστικά εναντίων των Τίγρεων του Ταμίλ. 



Οι Τίγρεις του Ταμίλ, μέλος των οποίων ήταν η Ραγιαράτναμ, ιδρύθηκαν το 1976 με σκοπό την ανεξαρτητοποίηση της Βόρειας Σρι Λάνκα. Σε όλη τη διάρκεια το εμφυλίου πολέμου ήταν πρωτοπόροι στη στρατολόγηση παιδιών και γυναικών για τη διεξαγωγή βομβιστικών επιθέσεων. Ήταν αυτοί που πρακτικά επινόησαν τη μέθοδο επίθεσης αυτοκτονίας με ζώνη εκρηκτικών. 



Σι Ζιαν Χάο 



Το 1935 η κινέζα Σι Ζιαν Χάο δολοφόνησε το διαβόητο οπλαρχηγό Σουν Τσουάν Φανγκ καθώς εκτελούσε τα θρησκευτικά του καθήκοντα σε ένα Βουδιστικό ναό. 



Από τα αρχεία της εποχής έχει γίνει γνωστό ότι η Ζιαν Χάο όχι μόνο είχε σχεδιάσει λεπτομερώς τη δολοφονία αλλά και το πως θα τραβήξει την προσοχή των μέσων ενημέρωσης για να εξασφαλίσει τη λαϊκή υποστήριξη. 



Η δολοφονία και η επακόλουθη δίκη θεωρούνται σταθμός στη γιγάντωση του κλίματος συμπάθειας για το Λαϊκό στρατό και την επιδίωξη του να ανατρέψει την ισχύουσα τότε πολιτική κατάσταση στην Κίνα. 



Φανί Καπλάν 



Η Φανί Καπλάν, μια Ρωσίδα εβραϊκής καταγωγής, αποπειράθηκε να δολοφονήσει το Βλαδίμηρο Λένιν, ενέργεια που εντάσσεται στα πλαίσια της διαμάχης των Σοσιαλιστών επαναστατών και του Κόμματος των Μπολσεβίκων. 



Πριν από την απόπειρα, η Καπλάν είχε συλληφθεί στο Κίεβο και είχε φυλακιστεί στη Σιβηρία όπου υποβλήθηκε σε σωματικές τιμωρίες με αποτέλεσμα να υποφέρει από πονοκεφάλους και παροδική απώλεια όρασης. 



Τον Αύγουστο του 1918 η διαμάχη είχε ενταθεί και είχαν οδηγήσει στην απαγόρευση των περισσοτέρων κομάτων που ανήκαν στο συνασπισμό των Μπολσεβίκων που είχαν επαναστατήσει διαμαρτυρόμενοι για τη συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ. 



Στις 30 Αυγούστου και ενώ ο Λένιν έφευγε από μια ομιλία σε εργοστάσιο της Μόσχας η Καπλάν τον πυροβόλησε τρεις φορές. 



Ιζόλα Κάρι 



Η Ιζόλα Κάρι ήταν μια αφροαμερικανή γυναίκα που επιχείρησε να δολοφονήσει το Μάρτιν Λούθερ Κινγνκ με ένα χαρτοκόπτη στις 20 Σεπτεμβρίου 1968 κατά τη διάρκεια μιας παρουσίασης βιβλίου. 



Η ζωή του υπερμάχου των πολιτικών δικαιωμάτων σώθηκε χάρη στις προσπάθειες του Δρ Χολ Μίντοουζ που επιχείρησε μια πολύ λεπτή χειρουργική επέμβαση προκειμένου η λεπίδα που βρισκόταν στο λαιμό του Κινγκ να μην τρυπήσει την αορτή του. 



Μετά την περιπέτεια του, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, πιστός στην δύναμη της μη-βίας, δήλωσε ότι δεν αισθάνεται μίσος για την Κάρι και ζήτησε το σοφρωνισμό της ώστε μια μέρα «να γίνει ένα ελεύθερο και δημιουργικό μέλος της κοινωνίας». 



Βέρα Ζάσουλιτς 



Η Βέρα Ιβάνοβνα Ζάσουλιτς ήταν μια μαρξίστρια συγγραφέας στη προσοβιετική Ρωσία που επιχείρησε να δολοφονήσει το στρατηγό Θεόδωρο Τρέποφ. 



Τον Ιούλιο του 1877 ένας πολιτικός κρατούμενος, ο Αλεξέι Μπογκολιούμποφ, αρνήθηκε να βγάλει το καπέλο του σε ένδειξη σεβασμού προς το στρατηγό διαμαρτυρόμενος για την καταστολή των Πολωνικό εξεγέρσεων το 1830 και το 1863. Ο στρατηγός διέταξε να μαστιγωθεί κάτι που εξόργισε όχι μόνο τους επαναστάστες αλλά και το σύνολο της διανόησης της χώρας. 



Σε απάντηση, μια ομάδα 6 συνωμοτών εκπόνησε ένα σχέδιο δολοφονίας του Τρέποφ. Ωστόσο, η Ζάσουλιτς, ενεργώντας μόνη της, πυροβόλησε και τραυμάτισε σοβαρά το στρατηγό στις 24 Ιανουαρίου 1878. 



Η δίκη της Ζάσουλιτς πήρε τεράστια δημοσιότητα και το σώμα των ενόρκων την αθώωσε δείχνοντας την αποφασιστικότητα του Τσάρου Αλέξανδρου Β’ και της δικαιοσύνης να υπερασπιστούν της δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις του πρώτου. 



Με την ενέργεια της, η Ζάσουλιτς έγινε ήρωας στα μάτια του λαϊκού κινήματος. Παρά το παρελθόν της, τάχθηκε κατά του κύματος της τρομοκρατίας που οδήγησε τελικά στη δολοφονία του Αλέξανδρου το 1881.

Χιλιάδες παιδιά-στρατιώτες χρησιμοποιούνται από ένοπλες οργανώσεις

Περισσότερα από 11.000 παιδιά σε όλον τον κόσμο λυτρώθηκαν από την υποχρεωτική στράτευσή τους σε ένοπλες οργανώσεις, όμως εκατοντάδες χιλιάδες συνομήλικοι τους παραμένουν στο έλεος οπλαρχηγών όπως ο Τόμας Λουμπάνγκα, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΟΗΕ. 
Η καταδίκη του Λουμπάνγκα από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο σε κάθειρξη 14 ετών με την κατηγορία της στρατολόγησης παιδιών, συνιστά μια «ιστορική» απόφαση, δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο η ειδική εκπρόσωπος του ΟΗΕ για τα παιδιά σε ένοπλες συρράξεις, η Ραντίκα Κουμαρασουάμι.
Πλέον έχει γίνει σαφές ότι η στρατολόγηση και η χρησιμοποίηση παιδιών σαν στρατιώτες είναι έγκλημα «και κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν το γνώριζε», εξήγησε η Κουμαρασουάμι, η θητεία της οποίας λήγει στα τέλη Ιουλίου.
Ο στόχος του ΟΗΕ είναι να διασφαλίσει ότι μέχρι το 2015 κανένα παιδί δεν θα είναι ενταγμένο σε εθνικούς στρατούς. Μόνο η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και το Σουδάν εξακολουθούν να στρατεύουν ανηλίκους.
Τα χιλιάδες παιδιά που συνεχίζουν να μετέχουν σε συγκρούσεις είναι ενταγμένα σε οργανώσεις όπως οι Ταλιμπάν του Αφγανιστάν, οι Κογκολέζοι αντάρτες του Μπόσκο Ενταγκάντα, οι ισλαμιστές Σεμπάμπ της Σομαλίας, η ισλαμιστική ’νσαρ Ντιν του Μαλί, τρομοκρατικές οργανώσεις ή ιδιωτικοί στρατοί.
Το φαινόμενο δεν είναι καινούριο, όμως η διεθνής κοινότητα ανησυχεί πραγματικά γιατί εντάθηκε την τελευταία εικοσαετία, εξήγησε η Κουμαρασουάμι.
«Ο Λουμπάνγκα είναι το κλασικό παράδειγμα που διαπιστώναμε και στις μεγάλες συγκρούσεις στην Αφρική τη δεκαετία του 1990: απαγωγή παιδιών, χρήση ναρκωτικών, παιδιά-στρατιώτες». Σε πολλές εμφύλιες συρράξεις χρησιμοποιούσαν ναρκωτικά για να στρέψουν τα παιδιά εναντίον των οικογενειών τους. Τα κορίτσια γίνονταν σκλάβες του σεξ ή/και συμμετείχαν στις μάχες.
Σύμφωνα με την Κουμαρασουάμι, η απειλή επιβολής κυρώσεων στις χώρες που συνέχιζαν αυτήν την τακτική, συνέβαλε αποφασιστικά στην καταπολέμηση του φαινομένου. Εκτός από τα 11.000 παιδιά-στρατιώτες που απελευθερώθηκαν πέρσι, τέθηκαν σε εφαρμογή και 19 «προγράμματα δράσης» κατόπιν συμφωνίας του ΟΗΕ με κυβερνήσεις και οργανώσεις. Η Μιανμάρ υπέγραψε μια τέτοια συμφωνία μετά από πέντε χρόνια συνομιλιών, όπως και το Τσαντ. Η σομαλική κυβέρνηση έχει επίσης δεσμευτεί να μην στρατολογεί πλέον παιδιά κάτω των 18 ετών.
Μετά την υπογραφή των συμφωνιών, οι κυβερνήσεις συνήθως τις τηρούν. «Δεν επιθυμούν να ξαναμπούν στη μαύρη λίστα του Συμβουλίου Ασφαλείας ή να ρισκάρουν να τους επιβληθούν κυρώσεις», εξήγησε η Κουμαρασουάμι. Η Ουγκάντα ήταν στη μαύρη λίστα του ΟΗΕ αλλά υπέγραψε μια τέτοια συμφωνία το 2007. «Σήμερα (οι αρχές της Ουγκάντας) είναι στην πρώτη γραμμή στον αγώνα κατά του Στρατού Αντίστασης του Κυρίου (LRA), ο ηγέτης του οποίου, Τζόζεφ Κόνι, καταζητείται από το ΔΠΔ.
Όμως για τους Ταλιμπάν ή τους Σεμπάμπ, που «αψηφούν τη διεθνή κοινότητα» και αρνούνται να διαπραγματευτούν, η μοναδική λύση είναι να καταγγελθούν δημοσίως και να κινητοποιηθεί εναντίον τους ο ντόπιος πληθυσμός. Στο Αφγανιστάν, η προσέγγιση αυτή βοήθησε να μειωθεί ο αριθμός των επιθέσεων εναντίον σχολείων, κατέληξε η Κουμαρασουάμι.

Πηγή: ΑΜΠΕ

Τα μεγαλύτερα τρομοκρατικά χτυπήματα

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου, 8:46 π.μ. Το πρώτο αεροπλάνο που κουβαλά τρομοκράτες της Αλ Κάιντα και τρομοκρατημένους επιβάτες «τρυπάει» τον έναν από τους Δίδυμους Πύργους του νεοϋορκέζικου World Trade Center και οι αμερικανικές αρχές μουδιάζουν. Και όσο το μούδιασμα εξαπλώνεται σε όλο τον κόσμο, με τα τηλεοπτικά συνεργεία να σπεύδουν προς το «σημείο μηδέν», οι τηλεθεατές από το Μανχάταν μέχρι την Αθήνα και από το Τόκυο μέχρι την Νότιο Αφρική έμελλε να δουν –το ίδιο μουδιασμένοι- ζωντανά το δεύτερο χτύπημα. 

Ο δεύτερος πύργος ακολουθεί την μοίρα του πρώτου, άνθρωποι πηδούν από τα παράθυρα των δύο μεγαθήριων, ο Οσάμα Μπιν Λάντεν τρίβει τα χέρια του και γίνεται ο νούμερο ένα εχθρός των ΗΠΑ, το ίδιο δευτερόλεπτο γεννιούνται οι πρώτες θεωρίες συνομωσίας περί αμερικανικού κρατικού σχεδίου, ενώ ο πιο αντιπαθής πρόεδρος από καταβολής ΗΠΑ διαβάζει αμέριμνος παιδικά παραμύθια στην σκιά 3.000 θανάτων

Δέκα χρόνια μετά, ο κόσμος δεν είναι ο ίδιος. Ο Οσάμα Μπιν Λάντεν θεωρείται νεκρός, αλλά πρώτοι οι Αμερικανοί πολίτες και στην συνέχεια, σαν από ένα γιγαντιαίο τσουνάμι φόβου, όλος ο πλανήτης ζει στην σκιά των δύο ουρανοξυστών που δεν υπάρχουν πια. Φήμες για τρομοκρατικό χτύπημα στην πρώτη επέτειο, στην δεύτερη, στην δέκατη, φόβος για επίθεση στους αθηναϊκούς Ολυμπιακούς Αγώνες, βίντεο-μηνύματα του Οσάμα, έξαρση ρατσισμού αδιακρίτως κατά Αράβων… Δέκα χρόνια μετά το μεγαλύτερο τρομοκρατικό χτύπημα όλων των εποχών, ξυπνούν οι μνήμες του τρόμου και θυμόμαστε τα μεγαλύτερα πλήγματα – ευχόμενοι να τα ξεχάσουμε. 

*Τα χτυπήματα της 11ης Σεπτεμβρίου Δεκαεννέα τρομοκράτες της Αλ Κάιντα, 2.982 θύματα –μεγάλο μέρος από τα οποία δεν έχει ακόμα αναγνωριστεί- και τέσσερα αεροσκάφη σε τρία διαφορετικά σημεία των ΗΠΑ είναι ο απολογισμός εκείνης της Τρίτης. Στόχος δεν ήταν μόνο οι Δίδυμοι Πύργοι, καθώς άλλο ένα αεροσκάφος καρφώθηκε στο Πεντάγωνο στην Virginia, ενώ άλλο ένα που ετοιμαζόταν να σπείρει τρόμο στην Ουάσιγκτον, σε προσπάθεια των επιβατών να ανακτήσουν τον έλεγχο, κατερρίφθη σε ένα χωράφι στην Πενσυλβανία. Οι πληγές του αμερικανικού έθνους είναι ακόμη ανοιχτές, οι νεκροί έγιναν σημαία πολέμων στη Μέση Ανατολή και η αίσθηση του «άτρωτου» αποτελεί ανύπαρκτη πλατωνική ιδέα. 


*Οι «μαύροι Αύγουστοι» της Μέσης Ανατολής Οι «γείτονες» Ιράκ και Ιράν δεν θεωρούν τον Αύγουστο ήσυχο μήνα όπως ο υπόλοιπος κόσμος. Κι αυτό γιατί τα δύο καταστροφικότερα –σε αριθμό θυμάτων μετά την 11/9- τρομοκρατικά χτυπήματα που γνώρισαν ποτέ συνέβησαν στην καρδιά του καλοκαιριού. Πρώτο το Ιράν είδε το «Cinema Rex» να τυλίγεται στις φλόγες στις 19 Αυγούστου 1978 και μαζί του να γίνονται στάχτη περίπου 400 άνθρωποι. Η κυβέρνηση επέρριψε ευθύνες σε ισλαμιστές στρατιωτικούς, ενώ η εφημερίδα Sobhe Emrooz που άνοιξε εκ νέου το θέμα, αναφέροντας πως η πυρκαγιά οφειλόταν σε ριζοσπάστες ισλαμιστές, δεν ξαναείδε φύλλο της να τυπώνεται. 

Τρεις δεκαετίες μετά, στις 14 Αυγούστου 2007, τέσσερις συγχρονισμένες επιθέσεις αυτοκτονίας έγραψαν την πιο σκοτεινή σελίδα του πολέμου ΗΠΑ-Ιράκ, αυξάνοντας τις απώλειες κατά 796 ανθρώπους. Κανείς δεν ανέλαβε ποτέ την ευθύνη της επίθεσης, όμως οι ΗΠΑ τράβηξαν ακόμη μία γραμμή στην μαύρη λίστα της, δίπλα από το όνομα της Αλ Κάιντα. 

*Η σχολική «σφαγή» του Beslan Από τις πιο τραγικές στιγμές στα κατάστιχα των τρομοκρατικών πληγών είναι αναμφισβήτητα εκείνη που χτυπά το πιο απροστάτευτο κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης: τα παιδιά. Την 1η Σεπτεμβρίου του 2004, μία ομάδα Τσετσένων εξτρεμιστών μπαίνουν πάνοπλοι στο «Σχολείο Νούμερο Ένα» (SNO) στην πόλη Beslan της Βόρειας Οσσετίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας και κρατά ομήρους 1.100 ανθρώπους. Αίτημά τους, η λήξη του τσετσενικού πολέμου και η υπαναχώρηση της ρωσικής παρουσίας από τα εδάφη τους. Η ομηρία κρατά τρεις ημέρες, ενώ μετά από εκρήξεις και σημάδια πυρκαγιάς στο γυμναστήριο, οι ρωσικές δυνάμεις εισβάλλουν στο κτίριο, για να ακολουθήσει ένα πρωτοφανές μακελειό. Οι νεκροί μετρήθηκαν 334 –μεταξύ τους 186 παιδιά-, οι τραυματίες ήταν εκατοντάδες και η ηγεσία της Ρωσίας χρειάστηκε άμεση αναπροσαρμογή μετά από το συμβάν. Ποιος νοιάζεται όμως για τα πολιτικά παιχνίδια όταν έχουν χαθεί 186 αθώα πλάσματα στον υποτιθέμενο «ναό της γνώσης»; 

*Τα φονικά τρένα της Μαδρίτης και του ΛονδίνουΣτις 11 Μαρτίου του 2004, την ώρα που χιλιάδες Ισπανοί έμπαιναν στους συρμούς των τρένων για να πάνε στην δουλειά τους, δεν γνώριζαν ότι εκατοντάδες από αυτούς δεν θα ξαναέβγαιναν ποτέ.Δέκα συγχρονισμένες εκρήξεις βομβών κρυμμένων σε σακίδια πλάτης προκάλεσαν τον θάνατο 191 ανθρώπων και τον τραυματισμό άλλων 1.800, σπέρνοντας το πένθος στους Μαδριλένους. Μπορεί η ταυτότητα των υπευθύνων να μην αποκαλύφθηκε ποτέ –οι εικασίες των αρχών κινήθηκαν στο δίπτυχο Αλ Κάιντα-Βάσκοι εξτρεμιστές- αλλά τα αποτελέσματα ήταν άμεσα ορατά και σε πολιτικό επίπεδο: Τρεις ημέρες αργότερα ήταν προγραμματισμένες οι εθνικές εκλογές, στις οποίες το προβάδισμα της κυβέρνησης του Αθνάρ εξανεμίστηκε και το κόμμα του έχασε την αναμέτρηση.

Ένα χρόνο μετά, η ιστορία επαναλαμβάνεται στο Λονδίνο, καθώς τέσσερις τρομοκράτες καταφέρνουν το μεγαλύτερο πλήγμα που έχει δεχθεί ποτέ το Ηνωμένο Βασίλειο σε επίπεδο τρομοκρατίας. Τρεις συρμοί του μετρό και ένα λεωφορείο γνώρισαν την κόλαση, 52 επιβάτες βρήκαν τον θάνατο, εκατοντάδες τραυματίστηκαν, ενώ η Ευρώπη συνειδητοποίησε πως το χτύπημα των Δίδυμων πύργων τρία χρόνια πριν ήταν η αρχή μιας αλυσιδωτής αντίδρασης που έφτανε σιγά-σιγά και στην Γηραιά Αλβιόνα, με πρώτους σταθμούς την Ιβηρική και την Βρετανία. 

*Η τρομοκρατία στην Ελλάδα Δύο φονικές αεροπειρατείες έλαβαν χώρα στον εναέριο χώρο της Ελλάδας, η μία κατά την πτήση Αθήνα-Λευκωσία της Cyprus Air στις 12/10/67 και η άλλη κατά την πτήση Αθήνα-Κάιρο της Egypt Air στις 23/11/85. Στην πρώτη περίπτωση, οι τρομοκράτες αγνώστων στοιχείων προκάλεσαν τον χαμό 66 ανθρώπων πάνω από την Ρόδο, ενώ στην δεύτερη, η αιγυπτιακή «επαναστατική» οργάνωση Abu Nidal με Παλαιστινιακά εκτελεστικά όργανα πήρε την ζωή 60 ανθρώπων. 

Ωστόσο, δεν είναι λίγα και τα περιστατικά που οφείλονται σε Έλληνες τρομοκράτες. Η «17 Νοέμβρη» μπορεί να έπαψε να μας απασχολεί μετά τις αλυσιδωτές συλλήψεις των αδελφών Ξηρού, του Δημήτρη Κουφοντίνα και των υπόλοιπων μελών της οργάνωσης το 2002, αλλά είχαν καταφέρει με τα ως τότε χτυπήματά τους να γίνουν ο μόνιμος εφιάλτης της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας. 

Στα χνάρια διεθνών τρομοκρατικών οργανώσεων, όπως οι ιταλικές Ερυθρές Ταξιαρχίες και η γερμανική Φράξια Κόκκινος Στρατός, η «17Ν» και ο Επαναστατικός Λαϊκός Αγώνας εμφανίστηκαν στην χώρα μας αμέσως μετά την πτώση της Χούντας το 1974. Τα θύματα της πιο «φονικής» από αυτές, της 17Ν, (αστυνομικοί, στρατιωτικοί, ξένοι πολιτικοί και απλοί πολίτες) έφτασαν τον αριθμό 23 από το 1975 μέχρι το 2002, ενώ το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, όλη η Ελλάδα συζητούσε για τις γιάφκες, τις αγιογραφίες, τον «αρχηγό» των Λειψών και την ασφάλεια που θα ήταν εγγυημένη κατά την Ολυμπιάδα. Ωστόσο, δεν άργησε να εμφανιστεί η επόμενη γενιά οργανώσεων, όπως ο Επαναστατικός Αγώνας, η πρόσφατη Σέχτα Επαναστατών και οι Πυρήνες της Φωτιάς. 

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2015

ΠΑΡΕΚΚΛΙΝΟΥΣΑ Ή ΕΚΤΡΟΠΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ

Από άποψη κοινωνιολογική, ο ρόλος έχει δύο διαστάσεις: την υποκειμενική και την αντικειμενική. Η αντικειμενική διάσταση είναι ο ρόλος ως κανονιστικό πρότυπο (δηλ. ένα πλαίσιο αναφοράς που προσανατολίζει τη δράση του φορέα του ρόλου). Η υποκειμενική διάσταση ενός ρόλου είναι ο ρό- λος όπως τον αντιλαμβάνεται και τον εκδηλώνει ο φορέας του. Όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό, οι δυο αυτές διαστάσεις δεν συμπίπτουν. Η υποκειμενική διάσταση αποτελεί πάντοτε μια απόκλιση από τον κανόνα. Η απόκλιση είναι η κοινωνικά παραδεικτή απόσταση της εκπλήρωσης από το πρότυπο του ρόλου. Από ένα σημείο και μετά, η απόκλιση συνιστά παράβαση κοινωνικού κανόνα (νόμου, εθίμου ή συνήθειας) και κρίνεται ως κοινωνικά απαράδεκτη. Γίνεται τότε εκτροπή ή πα- ρέκκλιση, απέναντι στην οποία η κοινωνία αντιτάσσει κάποια μορφή κοινωνικού ελέγχου. Επομένως, η έκτροπη συμπεριφορά ή κοινωνική απόκλιση ή κοινωνική παρέκκλιση (deviant behavior / deviance) είναι η συμπεριφορά που παραβιάζει τους κοινωνικούς κανόνες ή τις προσδοκίες μιας κοινωνικής ομάδας ή μιας ολόκληρης κοινωνίας. Πρόκειται για συμπεριφορά που απομακρύνεται από τα κοινωνικώς παραδεκτά πρότυπα συμπεριφοράς και που κρίνεται από έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων ότι ξεπερνά τα όρια της ανεκτικότητας. Όπως είδαμε, οι κοινωνικοί κανόνες (δηλαδή οι κανόνες που κατευθύνουν τα άτομα σχετικά με το πώς να ενεργούν ή πώς να συμπεριφέρονται) χαρακτηρίζονται από μεγάλη ποικιλία και κα- λύπτουν ένα ευρύ φάσμα ανθρώπινης δραστηριότητας. Οι κοινωνικοί κανόνες περιλαμβάνουν τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας, τους κανόνες των διαφόρων αθλημάτων, τους γραπτούς και τυπικούς νόμους που περιλαμβάνονται στο Αστικό και στο Ποινικό δίκαιο κάθε σύγχρονης κοι- νωνίας, τους άγραφους κανόνες σχετικά με τον ενδεδειγμένο τρόπο ένδυσης, κόμμωσης, κ.ο.κ. Άτομα που εκδηλώνουν αποκλίνουσα ή παραβατική συμπεριφορά (δηλ. παραβατικά άτομα) είναι οι χίπις, οι άνθρωποι με ψυχικές διαταραχές ή νοητικά νοσήματα, αυτοί που πάσχουν από AIDS, οι αλκοολικοί, οι γυμνιστές, οι ναρκομανείς, οι πανκ, οι αθλητές που ντοπάρονται, οι φο- νιάδες, οι κλέφτες, οι μαφιόζοι, αυτοί που παραβιάζουν κατά συνήθεια τις ώρες κοινής ησυχίας, όσοι φοράνε σορτσάκια και αθλητικά παπούτσια σ’ έναν γάμο, όσοι γελάνε σε μια κηδεία, κ.ο.κ. Η αποκλίνουσα συμπεριφορά είναι κοινωνικά προσδιορισμένη συμπεριφορά. Με άλλα λόγια, ο χαρακτηρισμός μιας συμπεριφοράς ή μιας ενέργειας ως αποκλίνουσας ποικίλλει σημαντι- κά, ανάλογα με την ιστορική εποχή, τον τόπο και την κοινωνική ομάδα. Ιδιαίτερα πρέπει να τονι- στεί η σχετικότητα της απόκλισης μέσα στο χρόνο, καθώς αυτό που θεωρείται απόκλιση σε δεδομέ- νη ιστορική στιγμή μπορεί να είναι γενικώς παραδεκτή συμπεριφορά σε μιαν άλλη. Έτσι, παρατη- ρείται ένας αναπροσδιορισμός της αποκλίνουσας συμπεριφοράς. Τα τρία παραδείγματα που ακο- λουθούν είναι χαρακτηριστικά: (1) Η “ιατρικοποίηση” της παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς. Μετά τον Δεύτερο Παγκό- σμιο Πόλεμο, η χαρτοπαιξία, ο αλκοολισμός, ο εθισμός στα ναρκωτικά και πολλές μορφές διανοητικής ασθένειας προσδιορίζονταν ως είδη “κακής” και “αμαρτωλής” συμπεριφοράς. Ωστόσο τις τελευταίες δύο δεκαετίες, έχει γίνει περισσότερο αποδεκτό ότι αυτού του είδους οι συμπεριφορές είναι “ιατρικά προβλήματα” και “διαταραχές” που παρουσιάζουν μεγαλύτερες ομοιότητες με σωματικές ασθένειες. (2) Η “κανονικοποίηση” της παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς. Στη δεκαετία του 1950 και 1960, ακόμη και σε μεγάλες πολυπολιτισμικές κοινωνίες όπως των Η.Π.Α., οι μονογονεϊκές οι- κογένειες ήταν ένα στατιστικά σπάνιο και κοινωνικά μη αποδεκτό φαινόμενο. Οι άντρες και οι γυναίκες που έπαιρναν διαζύγιο ή που επέλεγαν να μεγαλώσουν μόνοι/ες τους ένα παιδί θεωρούνταν από τους περισσότερους ως χαρακτηριστικό δείγμα αποκλίνουσας συμπεριφοράς. 2 (3) Η δημιουργία νέων “κατηγοριών” παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς. Κυρίως λόγω της συσσώρευσης γνώσεων χάρη στις έρευνες επιστημών όπως η ιατρική και η κοινωνιολογία, αρ- κετά είδη συμπεριφοράς που παλαιότερα θεωρούνταν ότι βρίσκονταν «μέσα στα πλαίσια» της κοινωνικά παραδεκτής συμπεριφοράς, σήμερα πλέον βρίσκονται εκτός των πλαισίων αυτών και μέσα στον χώρο της παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς. Παραδείγματα τέτοιων συμπεριφο- ρών είναι ο βιασμός συζύγου από σύζυγο, το κάπνισμα σε δημόσιους χώρους και ο πολιτικά μη ορθός λόγος (π.χ. το να αποκαλούμε κάποιον “μπάσταρδο” αντί για “παιδί γεννημένο ε- κτός γάμου των γονέων του”, ή “τρελό” αντί για “ψυχικά διαταραγμένο”). Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δύο κύριες σχολές κοινωνιολογικής σκέψης διαφωνούν σχετικά με την κοινωνική απόκλιση. Πιο συγκεκριμένα, οι εκπρόσωποι της Σχολής του Λειτουργισμού τονίζουν ότι τα μέλη ενός κοινωνικού συνόλου πρέπει να σέβονται τους κοινωνικούς κανόνες εάν το συγκεκριμένο κοινωνικό σύνολο θέλει να επιβιώσει. Οι κοινωνίες κυριολεκτικά δεν θα μπορού- σαν να λειτουργήσουν εάν ένας μεγάλος αριθμός ατόμων παραβίαζε διαρκώς τους κανόνες “σω- στής” συμπεριφοράς. Εκφράζοντας μια διαφορετική άποψη, οι εκπρόσωποι της σχολής των Συ- γκρούσεων επισημαίνουν ότι πολλές φορές, η αντίσταση μεγάλου αριθμού ατόμων σε εδραιωμέ- νους κοινωνικούς κανόνες είναι ο μοναδικός τρόπος να επέλθουν κοινωνικές αλλαγές και κοινω- νική πρόοδος. Για να αναφέρουμε ένα ιστορικό παράδειγμα, έτσι ακριβώς καταργήθηκε ο θεσμός της δουλείας στις Η.Π.Α. Μια σημαντική θεωρία που έχει διατυπωθεί σε σχέση με την έκτροπη συμπεριφορά είναι η θεωρία του οριακού ανθρώπου. Πρωτοδιατυπώθηκε από τον αμερικανό κοινωνιολόγο Robert E. Park το 1928 (στο άρθρο του “Human Migration and the Marginal Man”, American Journal of Sociology, vol. 33) και αναπτύχθηκε περαιτέρω το 1937 από τον Everett B. Stonequist (The Marginal Man: A Study in Personality and Culture Conflict, New York). Η θεωρία αυτή βλέπει την εκτροπή ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης δυο ανταγωνιστικών πλαισίων κοινωνικοποίησης. Ο οριακός άνθρωπος είναι ε- κείνος που κοινωνικοποιείται σε δυο διαφορετικά και ανταγωνιστικά συστήματα, με αποτέλεσμα να κατέχεται από εσωτερικές συγκρούσεις και να εκδηλώνει μια συμπεριφορά που παρεκκλίνει από τη συνηθισμένη. Η κοινωνικοποίηση σε δυο συστήματα μπορεί να οφείλεται στο ότι ο οριακός άνθρωπος προέρχεται από την επιμιξία δύο φορέων διαφορετικών πολιτισμών (μικτοί γάμοι) ή στο ότι κοινωνικοποιήθηκε ταυτόχρονα ή αλληλοδιαδόχως σε δύο διαφορετικά συστήματα. Η πε- ρίπτωση του μέλους μιας θρησκευτικής αλλά και πολιτιστικής μειονότητας, όπως και η περίπτωση ενός μετανάστη ή μιας γυναίκας που γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια αφρικανική χώρα, αλλά μετά την ενηλικίωσή της ζει μόνιμα σε χώρα της Δύσης, είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα οριακών ανθρώπων. Ο οριακός άνθρωπος είναι δημιούργημα της σύγχρονης βιομηχανικής-αστεακής κοινωνίας, ένα από τα γνωρίσματα της οποίας είναι και η μεγάλη γεωγραφική (από τόπο σε τόπο) και κοινωνική (από βαθμίδα σε βαθμίδα) κινητικότητα των ανθρώπων. Η κινητικότητα αυτή συνεπάγεται την αποσύνδεση του ατόμου από το βασικό κοινωνικό του πλαίσιο και την ανάγκη ένταξής του σε ένα νέο πλαίσιο.

Αιτιοπαθογενετικές θεωρίες της εγκληµατικής συµπεριφοράς

Σύµφωνα µε τις βιολογικές θεωρίες της παραπτωµατικότητας, η συµπεριφορά θεωρείται ως µία λειτουργία παράγωγη των φυσιολογικών συστηµάτων, για την οποία η εγκεφαλική λειτουργία παρέχει τους γενεσιουργούς µηχανισµούς και τη διαµορφώνει. Τα άτοµα κληρονοµούν από τους προγόνους τους χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που τα καθιστούν επιρρεπή στη διάπραξη εγκληµάτων υπό συγκεκριµένες προϋποθέσεις. Οι ψυχολογικές θεωρίες επικεντρώνονται σε εσωτερικούς παράγοντες που διαµεσολαβούν στην αποκλίνουσα εξέλιξη, όπως είναι οι αποτυχίες κατά τη διάρκεια της κοινωνικοποίησης καθώς και οι ατοµικές διαφορές σε στάσεις, αξίες και πεποιθήσεις µεταξύ παραπτωµατιών και µη παραπτωµατιών. Οι κοινωνικές και περιβαλλοντικές θεωρίες αναζητούν τα αίτια σε κοινωνικές δοµές και πολιτισµικούς παράγοντες. Η θεωρία των τριών µοντέλων προσφέρει µία ερµηνεία της ανθρώπινης συµπεριφοράς βασισµένη σε τρία διαφορετικά επίπεδα: το βιολογικό, το ψυχολογικό και αυτό της αντανακλαστικής αυτεπίγνωσης, δηλαδή της συνειδητής επιλογής του ατόµου να υιοθετεί συγκεκριµένες µορφές συµπεριφοράς. Υποστηρίζεται η πολυπαραγοντική

Εισαγωγή
 Η εγκληµατική συµπεριφορά υπήρξε ανέκαθεν πρόβληµα, τόσο για τους ανθρώπους που την επιδεικνύουν όσο και για την ευρύτερη κοινωνία. Μολονότι ό,τι θεωρείται εγκληµατικό ποικίλλει κατά τό πους και εποχές, στη συγκεκριµένη εργασία θα θεωρήσουµε εγκληµατική τη συµπεριφορά όπως αυτή προσδιορίζεται νοµικά, καθώς και την αντικοινωνική διαγωγή που, χωρίς ενδεχοµένως να είναι παράνοµη, παραβιάζει ωστόσο κοινωνικές νόρµες και είναι, κατά συνέπεια, επιβλαβής. Με αναφορά στη σχετική βιβλιογραφία, το εγχείρηµα αυτό αποσκοπεί στο να αναγνωρίσει το ρόλο που παίζουν και το βαθµό κατά τον οποίο οι βιολογικοί παράγοντες συντελούν στην έφεση που επιδεικνύουν ορισµένα άτοµα ως προς την εµπλοκή τους σε εγκληµατικές δραστηριότητες. =εκινώντας από παλαιότερες γενετικές θεωρίες που αποδίδουν την εγκληµατικότητα σε ελλειµµατική βιολογική λειτουργικότητα, στο πρώτο µέρος θα εκθέσουµε περι- ληπτικά τη θεωρία του Lombrosso, η οποία υπήρξε η πρώτη που γνώρισε αποδοχή για τη θέση αυτή. Στη συνέχεια` θα αναφερθούµε στην τρέχουσα γενετική έρευνα που διεξάγεται στη βάση της παραδοχής ότι η φυσιολογική γενετική ποικιλοµορφία παράγει παρατηρήσιµες διαφορές, που είναι υπεύθυνες για τη συµπεριφορά των ατόµων. Στα πλαίσια αυτά, θα εκθέσουµε συνοπτικά επίσης τα αποτελέσµατα των µελετών διδύµων και υιοθετηµένων, καθώς και ψυχοφυσιολογικών και βιοχηµικών µελετών που εξετάζουν τη βιολογική βάση της προσωπικότητας. Στο δεύτερο µέρος θα εξετάσουµε σύντοµα τις επιπτώσεις των ελλειµµάτων και αδυναµιών του οικογενειακού περιβάλλοντος στην εγκληµατική συµπεριφορά, καθώς και τις ερµηνείες της εγκληµατικότητας σε κοινωνικό επίπεδο. Στο τρίτο µέρος θα εξεταστεί ο ρόλος των γνωσιών που τα άτοµα αποκτούν εντός του οικογενειακού και του ευρύτερου κοινωνικού πλαισίου. Αξίες, πεποιθήσεις, ικανότητες, ο τρόπος µε τον οποίο οι άνθρωποι χειρίζονται υπεύθυνα τις πράξεις τους, καθώς και οι έννοιες της ενσυναίσθησης και της αυτοεκτίµησης, θα εκτιµηθούν σε σχέση µε την εγκληµατική διαγωγή. Στο ίδιο µέρος θα υπάρξει επίσης µία σύντοµη αναφορά στην ψυχαναλυτική άποψη για την εγκληµατική συµπεριφορά. Στο τέταρτο και τελευταίο µέρος θα διατυπωθεί η άποψη ότι οι αιτίες ενός τόσο περίπλοκου φαινοµένου, όπως είναι η εγκληµατική συµπεριφορά, δεν µπορούν παρά να είναι πολυπαραγοντικές. Κατά συνέπεια, οι ερµηνείες του εγκλήµατος µπορούν να είναι µόνο πιθανοκρατικές. Από την άποψη αυτή, οι βιολογικές, ψυχολογικές και κοινωνικές ερµηνείες δεν είναι απλά συµβατές, είναι κατά κάποιον τρόπο στενά συνδεδεµένες και αλληλοσυµπληρούµενες. 

Το βιολογικό πρότυπο
 Οι βιολογικές ερµηνείες έχουν ως σηµείο εκκίνησης την παραδοχή ότι όσοι διαπράττουν εγκλήµατα διαφέρουν κατά ένα βιολογικό τρόπο από το γενικό πληθυσµό. Οι πρώιµες βιολογικές ερµηνείες, επικρατούσες στη Φρενολογία και Φυσιογνωµική, είχαν επιχειρήσει να συνδέσουν τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά µε τη σωµατική κατασκευή. Το έργο του Lombrosso υπήρξε το πρώτο που γνώρισε ευρεία επιστηµονική αποδοχή για την άποψη αυτή1 Στο "The Criminal Μαn" αναπτύσσει την έννοια του "γεννηµένου εγκληµατία", ενός ψυχολογικού και σωµατικού καταλοίπου της πρωτόγονης ανθρωπότητας. 2 Το έργο του Lombrosso συνιστά µία προσπάθεια να ανα- γνωριστούν τόσο ο εγκληµατικός τύπος όσο και οι φυσικές αιτίες που κάνουν ένα άτοµο εγκληµατία. 3 Η σύγχρονη έρευνα, στην προσπάθεια να παράσχει ερµηνείες του εγκλήµατος σε βιολογικό επίπεδο, έχει εστιάσει την προσοχή της στη Γενετική, έναν αµφισβητούµενο βιολογικό παράγοντα. Τα γονίδια κληροδοτούνται από τους γονείς. Η τάση προς παραπτωµατικότητα µπορεί να ιδωθεί ως µεταδιδόµενη στον απόγονο απ' ευθείας από τους γονείς, παρέχοντας έτσι µία ερµηνεία του τύπου "αιτία-αποτέλεσµα" για το έγκληµα. Εφόσον δεν έχει τεκµηριωµένα βρεθεί ένα ιδιαίτερο γονίδιο ή συνδυασµός γονιδίων που να φέρει το βάρος της τάσης προς την παραπτωµατικότητα, µία τέτοια ερµηνεία ηχεί µάλλον απλόίκή. Η γενετική προίκα µπορεί, ωστόσο, να εκδηλωθεί µε έναν έµµεσο τρόπο. Τα άτοµα µπορούν να κληρονοµήσουν από τους προγόνους τους χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που τα καθιστούν επιρ ρεπή στη διάπραξη εγκληµάτων κάτω από ορισµένες προϋποθέσεις. Αυτού του είδους η ερµηνεία, αφ' εαυτής, επιτρέπει και σε άλλους παράγοντες (πέραν της γενετικής κληρονοµιάς) να διαδραµατίζουν ρόλο στην εµφάνιση παραβατικής συµπεριφοράς, καθώς ισχυρίζεται ότι η γενετική προδιάθεση δεν είναι επαρκής, ώστε να µεταστρέψει κάποιον στη διάπραξη εγκληµάτων. Πρέπει να αποτελεί µέρος ενός αριθµού επιδράσεων, ώστε να καταλήξει σε εγκληµατική συµπεριφορά. Μελέτες οικογενειών που ανασκοπήθηκαν από τους Farrington και συν.4 δείχνουν ότι υπάρχουν ενδείξεις οικογενειακής συµµετοχής ως προς την παραπτωµατικότητα κατά το ότι, αν ένα µέλος µιας οικογένειας έχει µία καταδίκη, άλλα µέλη της ίδιας οικογένειας διατρέχουν επίσης τον κίνδυνο να υποστούν καταδίκη. Συστηµατικές µελέτες της γενετικής συµµετοχής είναι αυτές των διδύµων και των υιοθετηµένων παιδιών. Σε γενικές γραµµές, οι µελέτες των διδύµων έχουν δείξει συµβατότητα ως προς τους µονοζυγωτικούς (ΜΖ) διδύµους, υπο- στηρίζοντας έτσι τη γενετική επίδραση στο έγκληµα. Από την άλλη πλευρά, ένα σηµαντικό ποσοστό παιδιών που προέρχονταν από εγκληµατίες γονείς, αλλά υιοθετήθηκαν λίγο µετά τη γέννησή τους, απέκτησαν ποινικό µητρώο. Τα αποτελέσµατα µίας µεταανάλυσης της σχέσης γονιδίου-εγκλήµατος, που δηµοσιεύθηκαν από τον Walterss δείχνουν σηµαντική συσχέτιση κληρονοµικότητας και εγκλήµατος. Πρέπει, πάντως, να επισηµανθεί, ότι οφείλει κανείς να είναι επιφυλακτικός ως προς την ερµηνεία αυτών των αποτελεσµάτων, πιθανότατα λόγω µεθοδολογικών αδυναµιών των εργασιών. Γενετικές επιπτώσεις είναι επίσης δυνατόν να διαπιστωθούν σε σταθερές διεργασίες του νευρικού συστήµατος και η πρόσφατη έρευνα έχει επιχειρήσει να συνδέσει τη λειτουργία του νευρικού συστήµατος µε την προσωπικότητα, την παρόρµηση και τη µάθηση, καθώς και µε τη διαδικασία επεξεργασίας πληροφοριών.2 Αυτές οι ψυχοφυσιολογικές και βιοχηµικές µελέτες προσπαθούν να παράσχουν επιχειρήµατα υπέρ του ότι πλευρές της ψυχικής λειτουργίας καθορίζουν ιδιο- συγκρασιακές διαφορές µεταξύ των ατόµων. Οι νευροδιαβιβαστές - σηµαντικότεροι από τους οποίους είναι η σεροτονίνη, η νοραδρεναλίνη και η ντοπαµίνη - επηρεάζουν την ανθρώπινη συµπεριφορά. Το ερώτηµα εάν υπάρχει διαφορά στα επίπεδα των νευροδιαβιβαστών µεταξύ παραβατικών και µη παραβατικών πληθυσµών είναι δύσκολο να απαντηθεί εξαιτίας τεχνικών δυσχερειών ως προς τον ορισµό αυτών των καταστάσεων και τον καθορισµό των επιπέδων των νευροδιαβιβαστών. Ωστόσο, σε µία ανασκόπηση ενός αριθµού ερευνητικών εργασιών, οι Scerbo και Raine6 έχουν δείξει ότι υπάρχουν ενδείξεις για µειωµένη σεροτονινεργική και νοραδρενεργική δραστηριότητα σε πληθυσµούς αντικοινωνικών ατόµων. Η ρύθµιση των επιπέδων των νευροδιαβιβαστών µε τη χρήση φαρµάκων έχει κάποια επίδραση στην επιθετική συµπεριφορά και πειραµατικές εργασίες µε ζώα έχουν δείξει ότι η πρώιµη έκθεση στην τεστοστερόνη, πιθανότατα, αυξάνει την επιθετικότητα. 7 Η Θεωρία της προσωπικότητας του Eysenck7 είναι ένα καλό παράδειγµα της θεωρητικής απόπειρας να παρασχεθούν επιχειρήµατα υπέρ της ύπαρξης διαφορών στην ιδιοσυγκρασία µεταξύ ατόµων σε βιολογική βάση. Οι ιδιοσυγκρασιακές ποικιλοµορφίες εξετάζονται κατά τρείς ανεξάρτητες διαστάσεις, αυτές της Νευρωτικότητας- Σταθερότητας (Ν), της Ψυχωτικότητας-Υπερεγώ (Ρ) και της ΕξωστρέφειαςΕσωστρέφειας (Ε). Ο Eysenck9 και οι Eysenck και Gudjonsson10 επεξεργάστηκαν την αρχική Θεωρία µε σκοπό να προσφέρουν µία ερµηνεία της σταθερής εγκληµατικής συµπεριφοράς. 'Ετσι, ο άξονας (Ν) αντανακλά µεγαλύτερη ικανότητα αντίδρασης του στεφανοειδούς και των αυτόνοµων συστηµάτων και καταλήγει σε εντονότερες συναισθηµατικές αντιδράσεις στο stress και σε υψηλότερα επίπεδα "ορµής". Ο άξονας (Ε) εξηγεί τα επίπεδα διέγερσης του φλοιού, µε τους εξωστρεφείς να έχουν ασθενέστερη διέγερση από τους εσωστρεφείς. Οι εξωστρεφείς τείνουν να διαµορφώνουν ρυθµισµένες αντιδράσεις µε µικρότερη ετοιµότητα, να χρειάζονται εντονότερα ερεθίσµατα και να αντιδρούν λιγότερο στον πόνο. Σχετικά µε τον άξονα (Ρ), αυτός αφορά την κυκλοφορία των ανδρογόνων. 2 Ο Farrington11,12 παραθέτει τα συµπεράσµατά του σχετικά µε την παρορµητικότητα, που βασίζονται στα αποτελέσµατα της µελέτης του Cambridge: µαθητές που αξιολογήθηκαν ως ιδιαίτερα παρορµητικοί σε ψυχοκινητικά tests έτειναν να είναι παραπτωµατικοί ως νεαροί, όχι όµως ως ενήλικες, Μία ανασκόπηση ερευνών από τον Loeber13 δείχνει εξάλλου µια συσχέτιση µεταξύ του υποσυνόλου των παραγόντων της προσωπικότητας που ονοµάζεται "υπερδραστηριότητα - παρορµητικότητα ελλειµµατική προσοχή" και της παραπτωµατικότητας. Μεταξύ άλλων, στη διαχρονική µελέτη των Stattin και Klackenberg-Larsson14 καταδεικνύεται συσχέτιση µεταξύ χαµηλής νοηµοσύνης στην ηλικία των 3 ετών και επίσηµα καταγεγραµµένης παραπτωµατικότητας µέχρι την ηλικία των 30. Επισκοπώντας την έρευνα ως προς το ρόλο των βιολογικών παραγόντων στην εγκληµατική συµπεριφορά, περιλαµβανοµένων των ψυχοφυσιολογικών και βιοχηµικών µελετών, µπορούµε να δούµε ότι οι γενετικές επιδράσεις - µελετώµενες είτε στο επίπεδο της κληρονοµικότητας είτε σε αυτό της ιδιοσυγκρασίας - δεν µπορούν να εξηγήσουν το σύνολο της εγκληµατικής συµπεριφοράς. Ακόµη και οι πιο φιλόδοξες µελέτες διδύµων και υιοθετηµένων ατόµων, ενώ προσφέρουν υποστήριξη στις γενετικές επιδράσεις, αφήνουν αρκετό χώρο στη λειτουργία και άλλων παραγόντων. Ο Eysenck, µολονότι είναι υποστηρικτής της βιολογικής βάσης της προσωπικό- τητας, θεωρεί ότι η κοινωνικοποίηση διαδραµατίζει επίσης κρίσιµο ρόλο στη διαµόρφωση της συµπεριφοράς. Ο Blackburn συµφωνεί µε τον Manicas, που υποστηρίζει ότι η συµπεριφορά είναι µία λειτουργία παράγωγη των φυσιολογικών συστηµάτων, αλλά ο ίδιος θεωρεί ότι, ενώ η εγκεφαλική δραστηριότητα παρέχει τους γενεσιουργούς µηχανισµούς για τη συµπεριφορά, η τελευταία δεν είναι δυνατόν να περιγραφεί µε όρους αυτών των συστηµάτων και µόνον. 

Το κοινωνικό πρότυπο 
Η ανθρώπινη συµπεριφορά εξελίσσεται και λειτουργεί σε κοινωνικό πλαίσιο. Οι ατοµικές ποικιλοµορφίες στην ιδιοσυγκρασία βρίσκονται σε συνεχή διαντίδραση µε το περιβάλλον, επηρεάζοντάς το και επηρεαζόµενες από αυτό. Η παραγνώριση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών επιδράσεων στην εγκληµατικότητα θα σήµαινε την αποδοχή ενός µονόπλευρου βιολογικού ντετερµινισµού. Οι ψυχολόγοι ανέκαθεν επέδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το οικογενειακό περιβάλλον. Παραδοσιακά αυτό θεωρείται ως ιδιαίτερα σηµαντικό για τη διαδικασία της κοινωνικοποίησης, επειδή οι γονείς συνιστούν την πρωτογενή πηγή πολιτισµικών ηθικών αρχών, αξιών και κριτηρίων, που συνδέονται µε τις αλλαγές στους κοινωνικούς ρόλους καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής. Κατά την Robins,16 οι αντικοινωνικοί και αλκοολικοί γονείς τείνουν να έχουν παραπτωµατίες γιους. Σε µία άλλη µελέτη, ο Wilson έδειξε ότι καταδίκες των πατέρων προέβλεπαν καταδίκες των γιων. Από την άλλη πλευρά, στη µελέτη του Cambridge, η παραπτωµατικότητα βρέθηκε να επικεντρώνεται σε µικρό αριθµό οικογενειών, µε λιγότερο από 6% από αυτές να είναι υπεύθυνες για τις µισές εγκληµατικές καταδίκες σε ένα σύνολο 400 οικογενειών. 4 Και άλλες µελέτες συνηγορούν για συνέχεια της παραπτωµατικότητας από γενιά σε γενιά. Ωστόσο, το ερώτηµα εάν η γενετική µεταβίβαση ή το γονέίκό πρότυπο είναι η αιτία της εγκληµατικής συµπεριφοράς δεν µπορεί να απαντηθεί ευθέως. Οι συγκρίσεις µεταξύ οικογενειών παραπτωµατιών και µη παραπτωµατιών έχουν µε συνέπεια καταδείξει την ύπαρξη αντίξοων συνθηκών στις οικογένειες των παραπτωµατιών. Σε µία επισκόπηση οικογενειακών παραγόντων που σχετίζονται µε προβλήµατα νεανικής διαγωγής και είναι προβλεπτικοί παράγοντες γι' αυτά, η οποία έγινε από τους Loeber και Stouthamer-Loeber, βρέθηκε ότι η ελλιπής γονέίκή επιτήρηση, η ασταθής ή σκληρή γονέίκή πει- θαρχία, η γονέίκή δυσαρµονία, η απόρριψη του παιδιού και η ελλιπής ενασχόληση µε αυτό αποτελούν σηµαντικούς προβλεπτικούς παράγοντες της παραπτωµατικότητας. Επίσης, µία εκτενής ανασκόπηση από τους MalinoskyRummell και Ηansen δείχνει ότι άτοµα που έχουν υποστεί σωµατική κακοποίηση ως παιδιά είναι πιθανόν να γίνουν βίαιοι ή και µη βίαιοι παραπτωµατίες. Σε µία µελέτη που αφορά τους πρώιµους οικογενειακούς και ιδιοσυγκρασιακούς παράγοντες ανάπτυξης ενός µοντέλου επιθετικής αντίδρασης στα αγόρια, ο Olweus20 αναγνωρίζει τέσσερις παράγοντες που έχουν αιτιακή σχέση. Τον αρνητισµό της µητέρας, την ανοχή της µητέρας στις επιθέσεις, τη χρήση µεθόδων επιβεβαίωσης της ισχύος από τη µητέρα και τον πατέρα και την ιδιοσυγκρασία του αγοριού. Η προέλευση από ένα διαλυµένο σπίτι είναι, επίσης, ένας ακόµη αξιοσηµείωτος προάγγελος της πα- ραπτωµατικότητας. Το σηµαντικό, ωστόσο, στοιχείο στις µελέτες που δείχνουν συσχέτιση µεταξύ διαζυγίου ή γονέίκού χωρισµού και παραβατικότητας είναι ότι δεν συνιστά προάγγελό της ο γονεϊκός χωρισµός καθ' αυτός τόσο πολύ, όσο η γονέϊκή σύγκρουση που συνήθως επισυµβαίνει. 'Ένα σηµαντικό ποσοστό παιδιών που προέρχονται από διαλυµένα σπίτια χωρίς σύγκρουση όµως - παρουσιάζουν χαµηλούς δείκτες παραπτωµατικότητας, σύµφωνα µε µία ενδιαφέρουσα µελέτη του McCord.21 Τα αποτελέσµατα µελετών, όπως αυτές που αναφέρθηκαν, υποστηρίζουν την ψυχολογική Θεωρία του Farrington.11,22 Σύµφωνα µε αυτήν, η εγκληµατική συµπεριφορά αποτελεί το παράγωγο προϊόν της ανάπτυξης του ατόµου µέσα σε ένα περιβάλλον όπου η κανονική κοινωνική µάθηση ανατρέπεται από την αντικανονική (καταπιεστική) πειθαρχία, την ελλιπή επιτήρηση, τη γονεϊκή δυσαρµονία και τα ακατάλληλα γονεϊκά πρότυπα. 2 Κατά τη διάρκεια της κοινωνικοποίησης, όχι µόνο το οικογενειακό περιβάλλον, αλλά και αυτό του σχολείου, όπως και της γειτονιάς, παίζουν κάποιο ρόλο στην απόκτηση συγκεκριµένων τρόπων συµπεριφοράς. Ο Eysenck,9 αν και ασχολείται µε ατοµικές διαφορές που διαφοροποιούν τους εγκληµατίες από τους µη εγκληµατίες, Θεωρεί τους δασκάλους και τους σηµαντικούς τρίτους ως σπουδαίους συντελεστές για την απόκτηση αναστολών µε τη µορφή της "συνείδησης" ή του "υπερεγώ". Η τιµωρία της αντικοινωνικής συµπεριφοράς από γονείς και δασκάλους επιφέρει, συχνά, ηθικότητα ή συµµόρφωση µε τους κανόνες. 2 Οι ερµηνείες του εγκλήµατος που κινούνται σε κοινωνικό επίπεδο επιχειρούν να αναγνωρίσουν αιτίες σε κοινωνικές δοµές και πολιτισµικούς παράγοντες. Η υποστήριξη της συµµετοχής κοινωνικών παραγόντων προέρχεται από την τεκµηρίωση του ότι τόσο οι παραβάτες όσο και τα Θύµατα προέρχονται, κυρίως, από συγκεκριµένα τµήµατα της κοινωνίας. Οι κοινωνικές θεωρίες για το έγκληµα επικεντρώνονται, κυρίως, σε θέµατα ελέγχου, κοινωνικής µάθησης, ετικετοποίησης και σύγκρουσης. Κατά τις θεωρίες ελέγχου η εγκληµατική συµπεριφορά οφείλεται σε αποτυχία των γονέων, των δασκάλων και άλλων να εφαρµόσουν κατάλληλο κοινωνικό έλεγχο στα παιδιά κατά τη διάρκεια της κοινωνικοποίησης7 Η Θεωρία της κοινωνικής µάθησης δίνει έµφαση στη σηµασία του κοινωνικού πλαισίου, καθώς θεωρεί ότι η εγκληµατική συµπεριφορά αποκτάται µέσω της προτυποποίησης και της µίµησης της ανθρώπινης συµπεριφοράς. 2 Οι Θεωρίες ετικετοποίησης βασίζονται στην παραδοχή ότι το έγκληµα αποτελεί κοινωνική κατασκευή: σε µία συγκεκριµένη χρονική στιγµή, µία συγκεκριµένη κοινωνία καθορίζει συγκεκριµένες πράξεις ως εγκλήµατα και όσοι διαπράττουν αυτά τα εγκλήµατα ετικετοποιούνται ως εγκληµατίες. Η συνέπεια της απόδοσης αυτού του ονόµατος ή της τοποθέτησης αυτής της ετικέτας σε ένα άτοµο είναι ότι επηρεάζονται τόσο η συµπεριφορά του ατόµου όσο και ο τρόπος µε τον οποίο οι άλλοι προσλαµβάνουν τη συµπεριφορά του Οι Θεωρίες σύγκρουσης αντιµετωπίζουν το έγκληµα ως προϊόν παράγωγο ενός αγώνα µεταξύ διαφορετικών κοινωνικών οµάδων που κατέχουν διαφορετικά επίπεδα ισχύος 

Το γνωσιακό και το ψυχαναλυτικό πρότυπο 
Μέσω της επικοινωνίας, της µάθησης και της συνεχούς διαντίδρασης τόσο µε την οικογένεια όσο και µε το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, οι άνθρωποι αποκτούν νοήµατα, ικανότητες, αξίες, πεποιθήσεις και σκοπούς, οι οποίοι, σύµφωνα µε τους Alston και Mischel και Mischel, προβάλλουν από το ιστορικό των ατόµων και διαµεσολαβούν τις επιδράσεις των νέων εµπειριών τους. Η κοινωνική συµπεριφορά θεωρείται ως το αποτέλεσµα της διαντίδρασης µεταξύ της γνωστικής λειτουργίας του ατόµου και των αντιδράσεων των άλλων. Η έρευνα επάνω στις κοινωνικά συσχετικές γνωσίες των παραπτωµατιών έχει συγκεντρώσει στοιχεία που υποστηρίζουν την ύπαρξη διαφορετικών κοινωνικών γνωσιών µεταξύ παραπτωµατιών και µη παραπτωµατιών. Ο Wylie υποστηρίζει ότι ο εαυτός θεωρείται ως παράγων καθορισµού της συµπεριφοράς που συνδέεται τόσο µε την αυτοπροστασία όσο και µε την αναζήτηση σκοπού. Η αντίληψη του εαυτού - η γνώση και οι πίστεις ενός ατόµου σχετικά µε τον εαυτό του, συµπεριλαµβανοµένων των στάσεων απέναντι στον εαυτό ή της αυτοεκτίµησης - παρέχει οργάνωση και κατεύθυνση στη συµπεριφορά. Μία άποψη είναι ότι τα άτοµα επιζητούν συνέπεια µεταξύ των δικών τους πεποιθήσεων και των πληροφοριών που δέχονται από το περιβάλλον. Ως εκ τούτου, µία αποκλίνουσα αντίληψη του εαυτού διαµεσολαβεί στην αποκλίνουσα συµπεριφορά, και οι άνθρωποι µε µικρή αυτοεκτίµηση έχουν περισσότερες πιθανότητες να εκτελέσουν αποκλίνουσες πράξεις, καθώς αυτό δεν παραβιάζει την εικόνα του εαυτού τους. Σύµφωνα µε µία εναλλακτική άποψη, οι άνθρωποι προσπαθούν να διατηρούν ή να ανυψώνουν την αυτοε- κτίµησή τους. Μία αποκλίνουσα οµάδα αναφοράς είναι δυνατόν να υιοθετήσει µία αποκλίνουσα συµπεριφορά που επιφέρει ανύψωση της αυτοεκτίµησής τους. Η συµµόρφωση µε τους κοινωνικούς κανόνες Θεωρείται ως λειτουργία των ηθικών αξιών ή των αποτελεσµάτων της δύναµης που ασκούν οι δεδοµένες στάσεις ή και πεποιθήσεις. Οι αξίες συνδέονται µε ανάγκες ή σκοπούς. Όταν κάποιος αποδίδει π.χ. µεγάλη αξία στη σωµατική δύναµη, η ανάγκη του γι' αυτήν τον οδηγεί σε συγκεκριµένες πράξεις, ώστε να τη διασφαλίσει. Πάντως, υπάρχουν ενδείξεις για το ότι οι παραπτωµατίες χαρακτηρίζονται από αποκλίνουσες αξίες.  Επιπροσθέτως, ο τρόπος µε τον οποίο κάποιος αποδίδει υπευθυνότητα στις πράξεις του είναι δυνατόν να οδηγεί είτε σε συµµορφωτική είτε σε παραβατική συµπεριφορά. Αν η παραβατική συµπεριφορά θεωρηθεί ως πρόίόν εξωτερικών παραγόντων, όπως της ανεργίας και της φτώχειας, η εκλογίκευση αυτή λειτουργεί ως δικαιολόγηση της εγκληµατικής διαγωγής. Η επίρριψη της ευθύνης στους άλλους στο κοινωνικό περιβάλλον - περισσότερο παρά στον εαυτό µας, καθώς και η αρνητική στάση προς το θύµα, συνιστούν τεχνικές που συνεπάγονται την ουδετεροποίηση της εγκληµατικής διαγωγής.  Ένα άλλο χαρακτηριστικό των παραπτωµατιών είναι ένας επίµονος εγωκεντρισµός, ένα έλλειµµα στην ικανότητα ανάληψης ρόλων, δηλαδή στην ικανότητα να κατανοούν τα συναισθήµατα, τους λόγους των αντιδράσεων και τις προθέσεις των άλλων. 2 Μία άλλη σχετική έννοια είναι αυτή της ενσυναίσθησης - της ικανότητας κατανόησης των συναισθηµάτων των άλλων και ανταπόκρισης σε αυτά. Υπάρχουν σηµαντικές ενδείξεις έλλειψης της ενσυναίσθησης σε άτοµα µε αντικοινωνική προσωπικότητα. Οι Yochelson και Somenow26 στη δική τους ανάλυση της εγκληµατικής προσωπικότητας δίνουν έµφαση στο ρόλο των γνωσιών. Τα δεδοµένα από εκτενείς συνεντεύξεις 240 αρρένων παραπτωµατιών υποδεικνύουν µε σαφήνεια τη γνωστική δυσλειτουργία στην αποκλίνουσα συµπεριφορά. Γενικά, φαίνεται ότι οι παραπτωµατίες εξουδετερώνουν τις απαγορεύσεις κατά των αποκλίσεων, υποστηρίζοντας έτσι µία εκλογικευµένη εγκληµατική στάση, δηλαδή την άποψη ότι ο παραβάτης είναι ένας ελεύθερος φορέας δράσης, που µπορεί αφ' εαυτού να αποφασίζει την εµπλοκή του σε µία εγκληµατική πράξη. Αυτή η απόφαση βασίζεται στη στάθµιση των προσλαµβανόµενων κερδών και ζηµιών µεταξύ εγκληµατικών και εναλλακτικών σύννοµων δραστηριοτήτων. Μεταξύ των ψυχολογικών θεωριών που επικεντρώνονται στους εσωτερικούς παράγοντες διαµεσολάβησης της αποκλίνουσας εξέλιξης υπάρχουν υποθέσεις σε επιµέρους θέµατα, όχι όµως µία ενιαία ψυχαναλυτική θεωρία για το έγκληµα. Από µία ψυχαναλυτική οπτική γωνία, οι άνθρωποι είναι έµφυτα αντικοινωνικοί. Επιζητούν την ηδονή και οδηγούνται από καταστροφικές παρορµήσεις, που βρίσκονται σε σύγκρουση µε τις απαιτήσεις του κοινωνικού συνόλου. Για να επιβιώσει κοινωνικά ένα άτοµο, το Υπερεγώ του, που αντιπροσωπεύει την εσωτερίκευση των αρχών του συνόλου, πρέπει να διοχετεύσει σε θεµιτές οδούς και να καθοδηγήσει τις ορµές του εκείνο. Σύµφωνα µε τις ψυχαναλυτικές απόψεις, η παραβατική συµπεριφορά προκύπτει από την ανεπαρκή διαµόρφωση και λειτουργία του Υπερεγώ. 

Προς την εξαγωγή µερικών συµπερασµάτων: η θεωρία των τριών µοντέλων 
Προκειµένου να αποφανθούµε σχετικά µε το αν οι βιολογικοί, οι ψυχολογικοί ή οι περιβαλλοντικοί παράγοντες έχουν τη µεγαλύτερη σηµασία για την εγκληµατική συµπεριφορά, παρουσιάσαµε διάφορες Θεωρίες που επιχειρούν να παράσχουν µία ερµηνεία της εγκληµατικότητας σε βιολογικό, ψυχολογικό ή κοινωνικό επίπεδο. Καθεµιά από αυτές εµφανίζεται σχετικά µόνον επαρκής στο να ερµηνεύσει µόνη της την εγκληµατική συµπεριφορά. Φαίνεται ότι, αν µείνουµε προσκολληµένοι σε µία από αυτές ή σε ζητήµατα, όπως στη διαµάχη σχετικά µε τη φύση και την αγωγή, παραγνωρίζουµε ένα πολύ σηµαντικό µέρος της σχετικής βιβλιογραφίας. Συχνά προκύπτει το ερώτηµα: "γιατί ένα άτοµο έχει συγκεκριµένη συµπεριφορά σε συγκεκριµένο χρόνο µε συγκεκριµένο τρόπο;" Μπορούν να δοθούν εξηγήσεις µε όρους νευροχηµικών λειτουργιών του εγκεφάλου, γνωστικών διαδικασιών, επιδράσεων του ασυνειδήτου, κοινωνικών διαδικασιών ή µε όρους ερµηνειών που δίνουν οι ίδιοι οι άνθρωποι για τα συναισθήµατα και τη συµπεριφορά τους. Εφόσον η ανθρώπινη συµπεριφορά συνιστά την πιο περίπλοκη µορφή ζωής σε αυτό τον κόσµο, φαίνεται απίθανο να είναι ικανοποιητική µία ερµηνεία που δίνεται αποκλειστικά σε ένα επίπεδο. Η θεωρία των τριών µοντέλων µάς παρέχει µία ερµηνεία της ανθρώπινης συµπεριφοράς βασισµένη σε τρία διακριτά διαφορετικά µοντέλα, επιτρέποντάς µας έτσι να συσχετίσουµε ορισµένους παράγοντες που σε διαφορετική περίπτωση θα µπορούσαν να θεωρηθούν ως αντιτιθέµενοι. 27 ∆ιαµέσου µιας µακράς εξελικτικής διαδικασίας, τρία διακριτά διαφορετικά µοντέλα ή βάσεις της ανθρώπινης δράσης έχουν προκύψει. Καθένα τους έχει αναπτυχθεί από το προγενέστερο µοντέλο, αλλά έχει προσλάβει µία εντελώς διαφορετική µορφή - πρόκειται για µία παραγωγική διαδικασία. Η πρωτογενής ή αρχετυπική δοµή της συµπεριφοράς είναι βιολογική. Η βάση της ανθρώπινης δραστηριότητας έγκειται στη δράση των ορµονών καθώς και των βιοχηµικών και ψυχοφυσιολογικών διαδικασιών επάνω στις οποίες δοµείται η συµπεριφορά του ατόµου και οι οποίες επηρεάζονται προφανώς από τη γενετική κληρονοµιά. Η ραγδαία ανάπτυξη του ανθρώπινου εγκεφάλου συνέβαλε στην εµφάνιση της γλώσσας, γεγονός που κατέστησε εφικτή την ι- κανότητά µας για σύνθετη συµβολοποίηση. Οι άνθρωποι ζουν µέσα σε έναν εσώτερο κόσµο συµβόλων και εννοιών. ∆ρουν επί τη βάσει των σηµασιών που αποδίδουν στις πράξεις τους και στις καταστάσεις στις οποίες βρίσκονται. Βάση για την ανθρώπινη δράση πρέπει να είναι κυρίως, η επικοινωνία και η µάθηση, παρά η γενετική κληρονοµιά. Είναι χρήσιµο να κατατµήσουµε το επίπεδο των συµβολοποιήσεων: ένα υπόβαθρο για δράση προέρχεται από την κοινωνία - είναι οι αξίες, οι πεποιθήσεις, οι κοινωνικές συνήθειες και στάσεις που αφοµοιώνουµε από τον πολιτισµό εντός του οποίου ζούµε. Το άλλο υπόβαθρο είναι περισσότερο εξειδικευµένο για το κάθε άτοµο: συνίσταται στη σηµασιοδότηση που αφοµοιώνει κάποιος από τις προσωπικές του εµπειρίες κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας µέσω διαντιδράσεων µε τους γονείς, τα αδέλφια και όσους άλλους συναπαρτίζουν τον προσωπικό του κόσµο. 27 Η ικανότητά µας για συµβολοποίηση έχει αναπτυχθεί περαιτέρω τόσο πολύ, ώστε µπορούµε να συµβολοποιούµε τον ίδιο τον εαυτό µας. Μπορούµε, συνεπώς, να παρατηρούµε και να βλέπουµε τον εαυτό µας σαν ένα πρόσωπο παρόµοια µε οποιοδήποτε άλλο. Πάνω απ' όλα, µπορούµε να δούµε εναλλακτικές λύσεις - ξέρουµε ότι µπορούµε να δρούµε µε διάφορους τρόπους. Με άλλα λόγια, έχουµε την ικανότητα της αυτεπίγνωσης και της αντανακλαστικής/αυταναφορικής επιλογής. Αυτό είναι το τρίτο υπόβαθρο της ανθρώπινης δράσης - η αντανακλαστική/αυταναφορική αυτεπίγνωση. Η τρέχουσα γενετική θεωρία βρίσκεται σε συµφωνία µε την αντίληψη ότι οι διαφορές µεταξύ των ατόµων αποτελούν το παράγωγο πρόίόν της γενετικής και της περιβαλλοντικής ποικιλοµορφίας. Υπάρχει αξιοσηµείωτη γενετική ποικιλοµορφία ανάµεσα στα άτοµα, που επιφέρει παρατηρήσιµες διαφορές και που δεν οφείλεται σε ελλειµµατική δοµή του γενετικού υλικού, αλλά σε έναν ιδιαίτερο συνδυασµό εναλλακτικών στοιχείων εντός της φυσιολογικής δοµής του ανθρώπου.  Αυτή η γενετική κληρονοµιά ο βιολογικός παράγων - συνιστά το πρώτο βήµα για οποιαδήποτε αιτιακή αλληλουχία που οδηγεί σε συγκεκριµένη συµπεριφορά. Τα άτοµα φέρουν µαζί τους αυτή τη γενετική καταβολή στις διαντιδράσεις τους µε το κοινωνικό περιβάλλον, είτε πρόκειται για τους γονείς και τα αδέλφια είτε για άλλους, αντιδρούν στα ερεθίσµατα από αυτό το περιβάλλον σύµφωνα µε τη γενετική προίκα τους και οι άλλοι αντιδρούν απέναντί τους σύµφωνα µε αυτά τα ατοµικά χαρακτηριστικά που εκδηλώνονται από αυτούς σε κάθε περίσταση. Προφανώς, οφείλουµε να λάβουµε υπ' όψιν ότι οι άνθρωποι διαφέρουν µεταξύ τους γενετικώς, αλλά µόνοι οι γενετικοί παράγοντες δεν µπορούν να διαµορφώσουν την προδιάθεση για ένα τόσο σύνθετο πρόβληµα, όπως είναι η εγκληµατική συµπεριφορά. Μία τέτοια παραδοχή αποδίδει υπερβολική σηµασία στους βιολογικούς παράγοντες και υποτιµά τους περιβαλλοντικούς. Κάποιες µελέτες έχουν δείξει ότι άτοµα που έχουν ταυτόσηµες ή παρόµοιες γενετικές καταβολές δεν εµφανίζουν όλα απαραιτήτως παρόµοια κοινωνική συµπεριφορά. Από την άλλη πλευρά, δεν ακολουθούν την ίδια διαδροµή στη ζωή τους όλα τα άτοµα που ανατράφηκαν στο ίδιο περιβάλλον και εκτέθηκαν στις ίδιες επιρροές. Προκειµένου να προταθεί µία ικανοποιητική ερµηνεία για τόσο σύνθετα φαινόµενα, όπως είναι η εγκληµατική συµπεριφορά, θα ήταν φρόνιµο να ληφθούν υπ' όψιν πολλοί εµπλεκόµενοι παράγοντες, είτε αυτοί είναι βιολογικοί είτε ψυχολογικοί είτε κοινωνικοί. Αντί να προσπαθούµε να ερµηνεύουµε την εγκληµατική συµπεριφορά µε ντετερµινιστικούς όρους, αναφερόµενοι σε βιολογικές επιδράσεις πιο πολύ παρά σε περιβαλλοντικές - ή αντίστροφα - ως πρωταρχικές αιτίες της, θα ήταν προτιµότερο να επιχειρούµε να δίνουµε πιθανοκρατικές ερµηνείες που να συνδυάζουν διάφορους παράγοντες, καθένας από τους οποίους συνδέεται µερικώς µε το έγκληµα7 'Ισως η έννοια των παραγόντων κινδύνου, που αυξάνουν τον κίνδυνο εµφάνισης της εγκληµατικής συµπεριφοράς, θα ήταν η πλέον κατάλληλη. Μία τέτοια προσέγγιση αφήνει χώρο για την άποψη ότι τα αίτια του εγκλήµατος είναι πολυπαραγοντικά. Αυτό που οδηγεί στην εγκληµατική συµπεριφορά είναι ο συνδυασµός και η αλληλεξάρτηση ενός αριθµού παραγόντων, οι οποίοι είναι δυνατόν να διαφέρουν από άτοµο σε άτοµο. Η πιο συνεκτική εκλεκτική θεωρία είναι εκείνη του Farrington, για την εγκληµατική διαγωγή, µε την οποία προσπαθεί να εξηγήσει ευρήµατα από τη µελέτη του Cambridge: η αντικοινωνική ροπή εξαρτάται από έναν αριθµό παραγόντων της προσωπικότητας, όπως είναι η µειωµένη εγρήγορση, η παρορµητικότητα, η µειωµένη ευνσυναίσθηση και η έλλειψη συνείδησης, καθώς και σε εσωτερικευµένες πεποιθήσεις και κίνητρα για υλικά αγαθά, διάθεση για διακεκριµένη θέση µεταξύ των οικείων και ετοιµότητα διέγερσης. Η έλλειψη επιτήρησης, η σκληρή τι- µωρία και η ακατάλληλη προτυποποίηση από τους γονείς επιφέρουν έλλειψη προκοινωνικών πεποιθήσεων. Η χαµηλή νοηµοσύνη µπορεί να οδηγήσει σε σχολική αποτυχία και ένα περιβάλλον χαµηλής κοινωνικής στάθµης µπορεί να ασκήσει επιρροή προς την επιλογή παράνοµων µεθόδων ικανοποίησης αναγκών και σκοπών. Παράλληλα, η απόφαση για τη διάπραξη ενός εγκλήµατος εξαρτάται από την συνεκτίµηση ζηµιών και κερδών, που επηρεάζεται από κοινωνικούς συντελεστές και προσωπικά χαρακτηριστικά. Η ετικετοποίηση είναι δυνατόν να καταστήσει δυσκολότερη για έναν παραπτώµατα τη βίωση µιας ζωής βασισµένης σε αποδεκτές µεθόδους ικανοποί- ησης των αναγκών του, ενώ η επιτυχής παραπτωµατικότητα ενισχύει τις εγκληµατικές πίστεις. 

Η ΡΑΓΔΑΙΑ ΑΥΞΗΣΗ ΤΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ


Η εγκληματικότητα είναι ένα σύνολο παραβάσεων και παραβατών – εγκλημάτων και εγκληματιών – καταρχήν όπως ορίζονται και σημαίνονται-στιγματίζονται από το Ποινικό Δίκαιο. Όμως, πέρα από αυτά που προβλέπονται από το Ποινικό Δίκαιο, η εγκληματικότητα είναι και πολλά άλλα. Μάλλον, χωρίς αυτά τα «πολλά άλλα», η κοινωνική σημασία και η χρησιμότητα της εγκληματικότητας για την εξουσία θα ήταν σημαντικά υποβαθμισμένες. Όχι μόνο από μεγάλη μερίδα του πληθυσμού αλλά και από ειδικούς επιστήμονες, η εγκληματικότητα προσλαμβάνεται φετιχιστικά σαν ένα Κακό. Περισσότερο ή λιγότερο Κακό από κάποια άλλα, αλλά πάντως Κακό, ένα Μείζον Κακό αν δεχτούμε ότι η κοινωνία (ως έχει) δεν είναι δυνατό να απαλλαγεί από αυτό αλλά μόνο να το περιορίσει (ως έχει). Σ` αυτό το πλαίσιο, η εγκληματικότητα δεν κατανοείται ως άθροισμα δράσεων που επιλέγονται από τους διάφορους νομοθέτες για να ορισθούν ως εγκληματικές και να ποινικοποιηθούν αλλά σαν μια κακή οντότητα που οι εγκληματικές δράσεις των φορέων της αποτελούν εκδηλώσεις, εκδοχές, παραδείγματα και αποδείξεις της ευρύτερης δράσης της. Τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα η εγκληματικότητα τείνει να αυξάνεται. Ακριβέστερα, αφού η εγκληματικότητα δεν αυτοπαρουσιάζεται, αυτό υποστηρίζεται από πολυάριθμους διαμορφωτές της κοινής γνώμης και υποστηρίζεται ή δεν διαψεύδεται από σχετικούς επιστήμονες. Πρόθεση του άρθρου δεν είναι να υποστηρίξει ότι δεν υπάρχει αύξηση ή ότι υπάρχει μείωση (των ή κάποιων) μεγεθών της εγκληματικότητας. Είναι, αρχικά, να διατυπωθούν κάποιες ενστάσεις και επιφυλάξεις για τους όρους της προσέγγισης της εγκληματικότητας, αφού κατά κανόνα οι όροι προσέγγισης ορίζουν και το σχετικό αποτέλεσμα. Στη συνέχεια, να κατατεθεί μια απάντηση σχετικά με το ποια εγκληματικότητα αυξάνεται και τις κοινωνικές κατηγορίες που αποτελούν τους κύριους φορείς της (για τα «κύματα αύξησης της εγκληματικότητας»).


Φάσεις και κριτήρια της εγκληματικότητας




Για να ξέρουμε για τι μιλάμε, όταν κάνουμε λόγο για μια αύξηση (ή μείωση) της εγκληματικότητας πρέπει να διευκρινιστούν δύο σημαντικά ζητήματα: Ποιες φάσεις της εγκληματικότητας αυξάνονται (ή μειώνονται) και με ποια κριτήρια ορίζεται η αύξηση (ή μείωση) αυτή. Το πρώτο ζήτημα σχετικά με τους όρους προσέγγισης της εγκληματικότητας, το ποιες φάσεις της εγκληματικότητας αυξάνονται, αφορά σε κάτι που έχει αποφασιστική σημασία αλλά πολύ συχνά ξεχνιέται ή παρακάμπτεται:
(1) Αυξάνεται η εγκληματικότητα με βάση τις αντικοινωνικές δράσεις σε όρους κοινωνικής δικαιοσύνης παρά ποινικής δικαιοσύνης; Είτε αυξάνονται είτε όχι, οι αντικοινωνικές δράσεις σε όρους κοινωνικής δικαιοσύνης, εφόσον δεν ορίζονται από την ποινική δικαιοσύνη ως εγκλήματα, δεν αποτελούν εγκλήματα. (2.1) Αυξάνεται η εγκληματικότητα με βάση τις αντικοινωνικές δράσεις που ο ποινικός νόμος επιλέγει να ορίζει ως εγκληματικές; (2.2) Ή και άλλες δράσεις που πολλοί (και) εγκληματολόγοι ή νομικοί θα αρνούταν να θεωρήσουν ως αντικοινωνικές ή εγκληματικές αλλά ο ποινικός νομοθέτης τις συμπεριλαμβάνει στη διπλή αυτή κατηγοριοποίηση (όπως για παράδειγμα, μια παράνομη απεργία ή μια εξέγερση); (3) Αυξάνεται η εγκληματικότητα με βάση τις προσαγωγές ή συλλήψεις από την αστυνομία; (Και τις «προληπτικές» μεταξύ αυτών;) (4) Αυξάνεται η εγκληματικότητα με βάση τις καταδίκες από το δικαστήριο;(5) Αυξάνεται η εγκληματικότητα με βάση τις φυλακίσεις; Συνήθως, οι συμβατικές θεωρήσεις περί εγκληματικότητας αναφέρονται σε έναν σκοτεινό αριθμό του εγκλήματος ως διαφορά ανάμεσα στις ποινικά οριζόμενες αντικοινωνικές δράσεις (2.1) και τις καταδίκες δράσεων από το δικαστήριο (4). Πέρα από αυτό, τι απ’ όλα αυτά αυξάνεται όταν μιλάμε για αύξηση της εγκληματικότητας; Ή σε ποιους ρυθμούς και ποια μεγέθη αυξάνονται; Για παράδειγμα, μια αύξηση των δράσεων που ο νομοθέτης ορίζει ως ποινικά κολάσιμες, παράνομες ή εγκληματικές, δηλαδή μια αύξηση της καταστολής στο επίπεδο της παραγωγής των νόμων στο Κοινοβούλιο, μπορεί από μόνη της να αυξήσει την εγκληματικότητα έστω και αν οι ήδη ποινικά κολάσιμες δράσεις δεν αυξηθούν (ή ακόμα και μειωθούν). Οπότε, συνήθως, όταν γίνεται λόγος για ειδικές αυξομειώσεις παρά συγκεκριμένες αλλαγές, όταν αναφέρεται ότι η εγκληματικότητα αυξάνεται, εννοείται ότι αυξάνεται σε σύγκριση με την καταγεγραμμένη εγκληματικότητα στο παρελθόν. Το δεύτερο ζήτημα είναι με ποια στοιχεία εκτιμάται ότι αυξάνεται η εγκληματικότητα. Με βάση τα στοιχεία της ΕΛΑΣ; Τα σχετικά στοιχεία, πρώτον, εκφράζουν τις εμφάσεις της, το πού έχει στραμμένη την προσοχή της σε κάποια συγκυρία ή περίοδο∙ δεύτερον, προσδιορίζονται από τις δυνατότητες και την κατανομή των δυνάμεών της∙ και, τρίτον, επηρεάζονται από τις σχέσεις της με την πρακτικά απονεμόμενη δικαιοσύνη. Οπότε, σαφώς τα στοιχεία αυτά δεν είναι δυνατό να αποδίδουν μια «αντικειμενική απεικόνιση», ούτε καν μια «αντικειμενική απεικόνιση» στους όρους νομοθέτη, δικαστή και αστυνομικού. Ή με βάση τα στοιχεία δημοσιογραφικών ρεπορτάζ περί εγκληματικότητας; Καταρχήν, τα σχετικά ρεπορτάζ παρουσιάζουν ευρύτατες αποκλίσεις ως προς την ποιότητα και την αντιπροσωπευτικότητά τους. Οι επιλογές των εστιάσεων αλλά και η σύνθεση των ρεπορτάζ καθιστούν τα περισσότερα από αυτά διαβλητά ή έστω απαιτούν την προσεκτική τους αξιολόγηση. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, τα ρεπορτάζ γίνονται κυρίως με κριτήρια την τηλεθέαση ή και τη συμβατότητα με παράγοντες που δεν έχουν να κάνουν με την ενημέρωση αλλά τη χρήση της ως μέσου για άλλους σκοπούς. Επιπλέον, ειδικά τα ρεπορτάζ της καθημερινής δημοσιογραφίας, είναι συνήθως πρόχειρα, σχηματισμένα βιαστικά, με παρεμφερή ή και άσχετα ενισχυτικά υλικά και επενδυμένα με κοινοτοπίες της «κοινής λογικής» και του «κοινού αισθήματος». Επίσης, στη σύγχρονη Ελλάδα, στην κατανόηση της εγκληματικότητας ενεργοποιείται το φυλετικό/εθνοτικό στοιχείο: ο εγκληματίας προσλαμβάνει και φυλετικό-εθνοτικά χαρακτηριστικά, και η εγκληματικότητα αποδίδεται κυρίως σε φτωχούς αλλοδαπούς μετανάστες, κατά προτίμηση τους εύκολα διακριτούς, πολιτικό-κοινωνικά αδύναμους και άλαλους Αφρικανούς, Άραβες και προερχόμενους από χώρες μεταξύ Μέσης Ανατολής και Ινδίας μετανάστες, νόμιμους και παράνομους. Με αυτές τις ενεργοποιήσεις, το ποινικό σύστημα – ένα, από την αρχή του σχηματισμού του στη Δυτική Ευρώπη (τέλη 18ου – αρχές 19ου αιώνα) κυρίως ταξικό σύστημα ορισμού και απόδοσης δικαιοσύνης– συμπληρώνεται από διαστάσεις που του προσδίδουν ευελιξία και εμμεσοποιούν την ταξικότητά του. Και αντίστροφα: η εγκληματοποίηση των φτωχών μεταναστών ενισχύει αποφασιστικά μια μετατροπή του φόβου για τους ξένους ή ανόμοιους ή μη προτυπικούς σε έχθρα, ενώ, συγχρόνως, προσανατολίζει τη μετατροπή της φοβικότητας σε εχθρότητα προς τη βάση της ταξικής ιεραρχίας. Δεν πρέπει να υποτιμάται το ότι και οι φορείς παραγωγής και εφαρμογής του ποινικού συστήματος (από τον βουλευτή ως τον δικαστή, τον αστυνομικό και τον σωφρονιστικό υπάλληλο) στο σχηματισμό της συνείδησής τους δεν φέρουν μόνο τις αρχές του Ποινικού Δικαίου και τους κανόνες εφαρμογής του αλλά και την κοινή γνώμη, κάτι που συχνά εκδηλώνεται στις πρακτικές τους επιλογές. Για παράδειγμα, μπροστά στον παράνομο ή νόμιμο μετανάστη, ο αστυνομικός διαθέτει μιαν ευρύτερη – ίσως ενισχυτική της ολικής ταυτότητάς του – δυνατότητα άσκησης των εξουσιών του, μια δυνατότητα να είναι περισσότερο δικαστής, απ’ ότι είναι μπροστά στον εργαζόμενο, τον φοιτητή ή τον διαδηλωτή.  



Αίτια της εγκληματικότητας


Η πολλαπλή κρίση της σύγχρονης κοινωνίας είναι το βασικότερο αίτιο της έξαρσης που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια. Κρίση οικονομική, οικογενειακή, πνευματική, ηθική. Η φτώχεια και η ανέχεια οδηγούσαν πάντα σε ανάλογες πράξεις. Σήμερα παρόλη την οικονομική πρόοδο η φτώχεια δεν εξαλείφθηκε. Όσο μάλιστα θα αυξάνονται οι άνεργοι τόσο το πρόβλημα θα κλιμακώνεται. Η ανεργία σε συνδυασμό με την αύξηση των προσφύγων και των μεταναστών έχουν δημιουργήσει άθλιες συνθήκες διαβίωσης σε χιλιάδες κατοίκους των αστικών κυρίως κέντρων. Οι άστεγοι, οι ρακένδυτοι και οι πεινασμένοι έπαψαν να έχουν προσωρινό και περιθωριακό χαρακτήρα. Αποτελούν μια μόνιμη κατάσταση που συνεχώς αυξάνεται. Σημαντικός παράγοντας της έξαρσης της εγκληματικότητας είναι, επίσης, η οικογενειακή κρίση. Οι διαλυμένες στον τύπο και στην ουσία οικογένειες αυξάνονται. Η έλλειψη στοργής, φροντίδας και οικογενειακής θαλπωρής έχει ως αποτέλεσμα τη φυγή των παιδιών από το σπίτι και στην αναζήτηση τρόπου επιβίωσης όπου η πιθανότητα ανάμειξης σε κλοπές και άλλες παρεμφερείς δραστηριότητες είναι μεγάλη. Η πνευματική και ηθική κρίση της εποχής μας συμβάλλουν στην έξαρση της εγκληματικότητας. Η έλλειψη πνευματικής ηγεσίας ικανής να καθοδηγήσει τους νέους με οράματα και αξίες και η κυριαρχία των υλιστικών αξιών, του καταναλωτισμού και του ευδαιμονισμού έχουν οδηγήσει στο ξεπέρασμα των ηθικών φραγμών και στη χωρίς αναστολές αναζήτηση της ευζωίας. Παράλληλα με την πολλαπλή κρίση της εποχής μας ο αστικός τρόπος ζωής συμβάλλει αποφασιστικά στην έξαρση της εγκληματικότητας των εφήβων. Στα αστικά και μεγαλοαστικά κέντρα είναι αδύνατο να λειτουργήσει ο κοινωνικός έλεγχος λόγω της ανωνυμίας και της αποκοπής από τις παραδόσεις και τις ηθικές αξίες. Η χαλαρότητα έως και η ανυπαρξία δε άσκησης κοινωνικού ελέγχου δεν μπορεί να αναπληρωθεί από την αστυνόμευση γιατί λόγω της έκτασης και του πλήθους των ανθρώπων είναι δύσκολη έως αδύνατη. Στα πιο πάνω αίτια πρέπει να προστεθούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και ψυχαγωγίας. Τηλεοπτικά προγράμματα, δημοσιεύματα σε εφημερίδες και περιοδικά εξωραΐζουν το έγκλημα, με αποτέλεσμα να υπάρχουν μιμητές. Έχει αποδεικτεί ότι η λεπτομερής προβολή εγκλημάτων είτε μέσω της τηλεόρασης είτε μέσω των εφημερίδων οδηγεί νεαρά κυρίως άτομα στη μίμηση ανάλογων πράξεων. Στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγουν και τα ”ψυχαγωγικά” προγράμματα που προβάλλονται καθημερινά και ως περιεχόμενο τους έχουν όλες τις πιθανές εγκληματικές πράξεις που διαπράττει ή μπορεί να διαπράξει ο ανθρώπινος νους. Η παιδική ειδικότερα εγκληματικότητα έχει ως βασική της αιτία τον καταιγισμό από εγκλήματα που παρελαύνουν καθημερινά από τις οθόνες και τα έντυπα. Είναι βέβαιο ότι η εγκληματικότητα δε θα είχε πάρει τέτοιες διαστάσεις αν το σωφρονιστικό μας σύστημα ήταν περισσότερο αποτελεσματικό. Η αναποτελεσματικότητα των σωφρονιστικών ιδρυμάτων αποδεικνύεται από τη συχνότητα που παρουσιάζουν εγκληματικές πράξεις προκληθείσες από άτομα που εγκλείστηκαν στο παρελθόν για ανάλογες πράξεις σε σωφρονιστικά καταστήματα. Η αναποτελεσματικότητα αυτή και ιδιαίτερα η έλλειψη σωφρονιστικών καταστημάτων ανηλίκων εστιάζεται κυρίως στην έλλειψη μέτρων επανένταξης στην κοινωνία. Σε εγκληματικές πράξεις οδηγούνται, επίσης, άτομα που έχουν ιδιαίτερα προβλήματα, ψυχολογικά ή παθολογικά, όπως νευρώσεις, αισθήματα μειονεξίας ή είναι αλκοολικοί, χρήστες ναρκωτικών ουσιών κλπ. Ιδιαίτερα στην εποχή μας που οι τοξικομανείς αυξάνονται σε ανησυχητικό για την ύπαρξη της ίδιας της κοινωνίας βαθμό, αυξάνονται παράλληλα και οι εγκληματικές πράξεις. Κλοπές, ληστείες, φόνοι, διαπράττονται από τοξικομανείς προκειμένου να εξασφαλίσουν τη ”δόση” τους, ενώ στη διακίνηση των ναρκωτικών κυριαρχεί το οργανωμένο έγκλημα με διεθνείς μάλιστα διασυνδέσεις.



Συμπεράσματα

Ο εξοπλισμός των νέων με ηθικές αξίες και ιδανικά πρέπει να είναι το κυρίαρχο  μέλημα των φορέων κοινωνικοποίησης. Οικογένεια, σχολείο, κράτος, εκκλησία με παραδειγματικό κυρίως τρόπο μπορούν να εμπνεύσουν ιδανικά και αξίες στους νέους, ώστε να διαμορφώσουν ηθικούς κώδικες και αντιστάσεις σε κάθε αλλοτριωμένη κοινωνική συμπεριφορά. Ο νέος που θέτει στόχους επαγγελματικούς, κοινωνικούς και πιστεύει στις πανανθρώπινες και διαχρονικές αξίες σέβεται την ύπαρξη και τα δικαιώματα των άλλων, δεν τα παραβιάζει αλλά αγωνίζεται όταν αυτά παραβιάζονται από άλλους. Για να επιτευχθεί, βέβαια, ο εξοπλισμός των νέων με ηθικές αξίες είναι ανάγκη να αντικατασταθεί το κυρίαρχο πρότυπο της σύγχρονης κοινωνίας που είναι ο ”οικονομικός άνθρωπος”, ο καταναλωτικός. Η κοινωνία μας χαρακτηρίζεται από την αφθονία των αγαθών  και τη μανία κατανάλωσης τους για λόγους πλεονεξίας ή και επίδειξης. Η εντιμότητα, η ειλικρίνεια, ο αλτρουισμός, η κοινωνική ευαισθησία, η πνευματική καλλιέργεια, αν δεν αξιολογούνται αρνητικά, τις περισσότερες φορές μικρή σημασία έχουν στην αξιολόγηση των ατόμων. Οι αρετές είναι καλές όταν ακολουθούν την οικονομική επιτυχία. Όπως παρατηρεί ο Έριχ Φρομ «Οι σύγχρονοι καταναλωτές αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στη φόρμουλα είμαι ότι έχω και ότι καταναλώνω». Σ’ αυτή όμως τη φόρμουλα δεν υπάρχουν περιθώρια για ηθικές αξίες και φραγμούς. Η εγκληματικότητα είναι φυσική και αναπόφευκτη συνέπεια. Στα προληπτικά μέτρα αντιμετώπισης του προβλήματος κυρίαρχη θέση πρέπει να κατέχει η καταπολέμηση της ανεργίας και η εξασφάλιση ανθρώπινων συνθηκών διαβίωσης σ’ όλους τους πολίτες. «Η πείνα δεν έχει μάτια» λέει ο λαός. Η ανάγκη για επιβίωση θα φέρει την κλοπή, την ληστεία, την απάτη. Στην εποχή μας μάλιστα που από τη μία οι άνεργοι αυξάνονται και από την άλλη κυριαρχούν τα καταναλωτικά και υλιστικά πρότυπα το πρόβλημα μεγεθύνεται. Η εξασφάλιση στέγης και τροφής σε όλους πρέπει να είναι βασικό μέλημα κάθε πολιτισμένης κοινωνίας. Η αδιαφορία κλιμακώνει την κοινωνική αδικία και πολλαπλασιάζει τα φαινόμενα βίας και εγκληματικότητας. Για πολλούς νέους, κυρίως, που εντάσσονται σε διάφορες περιθωριακές ομάδες ή δημιουργία χώρων άθλησης και πολιτιστικών γενικά κέντρων θα λειτουργούσε θετικά. Θα είχαν το χώρο και τον τρόπο να διοχετεύσουν την ενεργητικότητα τους, τη διάθεση τους για τη δημιουργία. Η εμπλοκή σε κακές παρέες, πολλές φορές, είναι αποτέλεσμα του κενού που βιώνουν οι νέοι εκείνοι που δεν έχουν στόχους ή διαπιστώνουν ότι οι σπουδές ως στόχος δεν είναι γι’ αυτούς εφικτός ή αρεστός. Η παροχή πολλών δυνατοτήτων δραστηριοποίησης και ενεργοποίησης των έμφυτων δυνατοτήτων μπορεί να λειτουργήσει σημαντικά στην πρόληψη της περιθωριοποίησης πολλών νέων που είναι βασική αιτία αύξησης της σύγχρονης εγκληματικότητας. Στα προληπτικά, τέλος, μέτρα αντιμετώπισης του προβλήματος σημαντικός είναι ο ρόλος των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν τον παιδαγωγικό τους ρόλο και να πάψουν στο βωμό της ακροαματικότητας να προβάλουν, και μ’ αυτό τον τρόπο να εξωραΐζουν, εγκληματικές πράξεις. Δεν κερδίζει σε πληροφόρηση ο θεατής ή ο αναγνώστης αν πληροφορηθεί με κάθε λεπτομέρεια για κάποιο μοναδικό στην εκτέλεση του έγκλημα που έγινε σε κάποιο σημείο του πλανήτη μας. Προς την κατεύθυνση του περιορισμού της προβολής αποτελεσματική θα ήταν η θέσπιση κώδικα δεοντολογίας από τα ίδια τα μέσα ενημέρωσης. Παράλληλα με τα προληπτικά μέτρα για τον περιορισμό της εγκληματικότητας μπορούν να ληφθούν και κατασταλτικά. Η καλύτερη αστυνόμευση των αστικών και μεγαλοαστικών κυρίως κέντρων είναι το σημαντικότερο. Μπορεί δε να γίνει καλύτερη με τον τεχνολογικό εξοπλισμό της αστυνομίας και την παράλληλη εκπαίδευση των αστυνομικών. Παρατηρείται πολλές φορές οι διωκτικές αρχές να υπολείπονται σε εξοπλισμό από τους κακοποιούς, με άμεσο αποτέλεσμα να παραμένουν ασύλληπτοι και ατιμώρητοι. Η σύλληψη βέβαια για να έχει νόημα θα πρέπει να συνοδεύεται και από δίκαιη και αμερόληπτη απονομή της δικαιοσύνης. Μ’ αυτόν τον τρόπο λειτουργεί κι ο παραδειγματισμός των υπολοίπων ενώ παράλληλα ικανοποιείται και το έμφυτο περί δικαίου αίσθημα. Η έξαρση της εγκληματικότητας στην εποχή μας βρίσκεται σε απόλυτη σχέση και ”αρμονία” με τις κυρίαρχες αξίες και τα ιδανικά της κοινωνίας μας. Η όλη δομή και οργάνωση της ανακυκλώνει προβλήματα και παρακμιακά φαινόμενα. Η όποια λήψη μέτρων, αν δε συνοδεύεται από αναζήτηση βαθύτερων αλλαγών, φαίνεται να είναι προσωρινή και αναποτελεσματική. Στην άποψη δε, ότι «Εκεί που χτίζεις ένα σχολείο γκρεμίζεις μία φυλακή» θα πρέπει να προστεθεί και το εξής: «Σχολείο που να στηρίζεται από την κοινωνία ως προς τις αξίες και τους στόχους που επιδιώκει».