LOU

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

Πότε διαπράττουν φόνο άτομα με ψυχική νόσο

Λανθασμένη χαρακτηρίζουν οι ειδικοί την αντίληψη της κοινής γνώμης ότι οι άνθρωποι που πάσχουν από ψυχικές νόσους διαπράττουν φόνους.

«Οι άνθρωποι που κρίνονται ακαταλόγιστοι για ένα έγκλημα σύμφωνα με το άρθρο 34 του ποινικού κώδικα είναι ελάχιστοι. Η συντριπτική πλειοψηφία στο πρωτόδικο δικαστήριο έχει σώας τα φρένας, ενώ μόλις το 2% που έχει καταδικαστεί για εγκλήματα ζωής είχε ψύχωση ή μείζονα ψυχιατρικά νοσήματα» εξηγεί στα «ΝΕΑ» ο κ. Θανάσης Δουζένης, επίκουρος καθηγητής Ψυχιατρικής – Ψυχοϊατροδικαστικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Υπάρχουν βέβαια περισσότερες πιθανότητες κάποιος που έχει ψύχωση, να προβεί σε «φρικιαστικό έγκλημα. Αυτό συμβαίνει διότι αυτός που πάσχει από ψύχωση αισθάνεται πολύ περισσότερο ότι απειλείται», διευκρινίζει ο κ. Δημήτρης Δικαίος, επίκουρος καθηγητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. «Οι άνθρωποι με ψύχωση είναι συνήθως φοβισμένοι και δεν είναι ιδιαίτερα κοινωνικοποιημένοι διότι καταλαβαίνουν ότι οι γύρω τους παρεξηγούν τις περισσότερες των πράξεων και των λόγων τους».
Ακριβώς την ίδια αντίδραση που έχει κάποιος με σχιζοφρένεια και εκδηλώνει ψύχωση, δηλαδή δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα ως έχει, μπορεί να εκδηλώσει κάποιος που πάσχει από οργανικές καταστείς όπως ένας όγκος εγκεφάλου, κακή λειτουργία των νεφρών ή κάποιος που βρίσκεται σε κατάσταση μέθης ή επήρειας διεγερτικών ναρκωτικών.
Ωστόσο, τα περισσότερα εγκλήματα γίνονται από όσους έχουν «εξασφαλισμένη» ψυχική υγεία. «Οι φόνοι δεν είναι προνόμιο των ψυχικά ασθενών. Για οποιοδήποτε λόγο μπορεί κάποιος να σκοτώσει με συχνότερο αίτιο αυτό των τροχαίων ατυχημάτων που προκαλούνται από το ρίσκο της υπερβολικής ταχύτητας που λαμβάνει ο ίδιος ο οδηγός για τον εαυτό του, τους συνεπιβαίνοντες αλλά και αυτούς που βρίσκονται στο αυτοκίνητο που θα προσκρούσει. Όταν κάποιος είναι λογικός και “παίρνει και άλλον στο λαιμό του” αυτό ονομάζεται “μεταφορά συμπτώματος”», εξηγεί ο κ. Γιώργος Χριστοδούλου, ομότιμος καθηγητής Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και επίτιμος πρόεδρος της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας.
Οι ειδικοί καταλήγουν πως ένας φόνος είναι θέμα χαρακτήρα και ορμών… «Βιολογικά μπορεί κάποιος να είναι πράος χαρακτήρας ή αχαλίνωτα ορμητικός. Όπως συμβαίνει όταν κάποιος τρώει ελάχιστα και παχαίνει εύκολα και κάποιος τρώει πολύ και δεν παχαίνει καθόλου. Είναι δηλαδή θέμα τύχης και ατυχίας και όχι θέμα ψυχικής νόσου», λέει ο κ. Δικαίος. Και προσθέτει πως δυνητικά ένα έγκλημα μπορούμε να διαπράξουμε όλοι: «σε όλους μέσα υπάρχουν ορμές που μπορεί να είναι εχθρικές και παράνομες. Αυτό που μας κάνει να είμαστε άνθρωποι είναι ο έλεγχος των ορμών μας, κατά βάθος της βιοχημικής διαδικασίας που λαμβάνει χώρα στον οργανισμό μας».
Η διαταραχή του χαρακτήρα σε συνδυασμό με τη βιοχημική (ορμονική) διαταραχήσε ένα «λογικό» άτομο με επίκτητες καταβολές τύπου «είμαστε οικογένεια που δεν σηκώνει κάτι τέτοια πράγματα» μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε απλό έγκλημα. «Ο χαρακτήρας που έχει σώας τας φρένας και κάνει φόνο το οφείλει στη διαταραχή της ισορροπίας και τις επιδράσεις του περιβάλλοντος που έχει μεγαλώσει», τονίζει ο κ. Θανάσης Παπαβασιλείου, καθηγητής Βιολογικής Χημείας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών».

Οι λόγοι που ένας ψυχικά υγιής άνθρωπος μπορεί να οδηγηθεί σε έγκλημα είναι αρκετοί. «Μερικοί από αυτούς είναι η τιμή, ειδικά σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας με “περίεργα” έθιμα, ενώ ακόμη και για μία θέση πάρκινγκ η λεγόμενη “μαγκιά”, μπορεί να σκοτώσει. Τα άτομα με σχιζοφρένεια που κυκλοφορούν ανάμεσά μας δεν είναι καθόλου επικίνδυνα σε σχέση με τέτοιους χαρακτήρες», λέει ο κύριος Χριστοδούλου.
Οι ειδικοί επισημαίνουν πως κάποιος που λαμβάνει φάρμακα για την ψύχωση έχει εξαιρετικό έλεγχο και απλώς είναι περισσότερο κοινωνικός και λιγότερο φοβισμένος. Ακόμη και να σταματήσει τη χρόνια αγωγή του για κάποιες εβδομάδες ή παραλείψει δόσεις δεν πρόκειται να εμφανίσει κανένα σύμπτωμα. Εάν, δε, πιει αλκοόλ δεν υπάρχει καμία αλληλεπίδραση.


Πηγή : Web Only

Επιθετικότητα: είναι έμφυτη ή αποκτάται λόγω συγκυριών;

Οι άνθρωποι είναι από τα λίγα είδη πάνω στη γη που συστηματικά σκοτώνουν μέλη του ίδιου είδους. Στην ανθρώπινη ιστορία συμβαίνουν πολυάριθμοι πόλεμοι, εγκλήματα και δολοφονίες. Γιατί όμως οι άνθρωποι είναι επιθετικοί;
Η επιθετικότητα έχει μελετηθεί ιδιαίτερα από τους ψυχολόγους και τους κοινωνιολόγους και έχουν δοθεί πολλοί και διάφοροι ορισμοί. Μεταξύ άλλων, οι Bandura, S. Klaus και B. Robert έχουν πει πως πρόκειται για συμπεριφορά που έχει ως αποτέλεσμα προσωπικές βλάβες ή καταστροφή περιουσίας, συμπεριφορά που έχει ως πρόθεση την πρόκληση βίας σε ένα άλλο ανθρώπινο ον, ή η εκούσια πρόκληση κάποιου είδους βλάβης στους άλλους.
Η ανθρώπινη συμπεριφορά όμως καθορίζεται από τη βιολογική μας κληρονομιά ή από το κοινωνικό μας περιβάλλον;
Οι Hogg, M.A., & Vaughan, G.M. (2010) αναφέρουν πως οι επιστήμονες αποδέχονται ότι η συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα μιας αλληλεπίδρασης και των δύο. Έτσι, οι ερμηνείες χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τις βιολογικές και τις κοινωνικές ερμηνείες. Οι βιολογικές υποστηρίζουν ότι η επιθετική συμπεριφορά αποτελεί εγγενές μέρος της ανθρώπινης φύσης και ό,τι είμαστε προγραμματισμένοι από τη γέννηση μας να συμπεριφερόμαστε έτσι. Οι κοινωνικές και βιοκοινωνικές ερμηνείες δίνουν έμφαση σε ένα εγγενές στοιχείο, αλλά όχι στην ύπαρξη ενός πλήρως εκδηλωμένου ενστίκτου – και επειδή κάποιες ενσωματώνουν κάποιο βιολογικό στοιχείο αναφερόμαστε σε αυτές και ως βιοκοινωνικές.

Βιολογικές ερμηνείες

Η Ψυχοδυναμική θεωρία του Freud υποστήριξε ότι η ανθρώπινη επιθετικότητα  προκύπτει από ένα έμφυτο ένστικτο θανάτου, που αντιτίθεται σε ένα ένστικτο ζωής. Όπως η σεξουαλική ορμή, που προέρχεται από τον έρωτα, έτσι μια επιθετική ορμή που προέρχεται από το θάνατο αναπτύσσεται μέσα από βιολογικές εντάσεις και πρέπει να εκφραστεί.
Η Ηθολογική θεωρία με εκπρόσωπο τον Lorenz, όπως αναφέρουν οι Hogg, M.A., & Vaughan,  στο «Περί επιθετικότητας» το 1966, υπερασπίστηκε την ενστικτώδη βάση της επιθετικότητας και σε συγκρίσεις με τη συμπεριφορά των ζώων, επικαλέστηκε εξελικτικές αρχές για να υποστηρίξει ότι η επιθετικότητα έχει αξία ως προς την επιβίωση (δηλ. ο ισχυρότερος επιβιώνει). Αναφέρθηκε, επίσης στο λεγόμενο «fighting instinct», δηλαδή, ότι όπως και τα ζώα έτσι και οι άνθρωποι πρέπει να έχουν ένα κληρονομικό μαχητικό ένστικτο.
H εξελικτική κοινωνική ψυχολογία θεωρεί ότι η περίπλοκη κοινωνική συμπεριφορά είναι προσαρμοστική και βοηθά το άτομο, τους συγγενείς και το είδος στο σύνολο του να επιβιώσουν. Η θεωρία αυτή προερχόμενη από τη Δαρβινική θεωρία, υποστηρίζει ότι η επιθετικότητα είναι ωφέλιμη. Για τους ανθρώπους η επιθετική συμπεριφορά αιτιολογείται με την απόκτηση κοινωνικού και οικονομικού οφέλους, υπεράσπιση πόρων ή απόκτηση νέων.

Κοινωνικές & βιοκοινωνικές ερμηνείες

Ματαίωση & Επιθετικότητα – Ο ανθρωπολόγος J. Dollard υποστήριξε ότι η επιθετικότητα προκαλούνταν πάντοτε από κάποια μορφή απογοητευτικού γεγονότος ή κατάστασης. Η απογοήτευση οδηγούσε κατά κανόνα σε επιθετικότητα. (π.χ. απώλεια εργασίας).  Βέβαια είναι δύσκολο να προβλεφθεί το είδος της απογοητευτικής κατάστασης που μπορεί να οδηγήσει σε αυτήν την συμπεριφορά.

Μοντέλο διέγερσης-μεταβίβασης

Μια μεταγενέστερη προσέγγιση με εκπρόσωπο τον Zillmann όπου πρωταγωνιστούσε μια έννοια ορμών ήταν το μοντέλο διέγερσης – μεταβίβασης. Βάσει αυτού η έκφραση επιθετικότητας προκύπτει από μια συνάρτηση μαθημένων συμπεριφορών, διέγερσης ή ερεθισμού από κάποια άλλη πηγή ή όταν το άτομο ερμηνεύει την κατάσταση αυτή με τέτοιο τρόπο που να πρέπει να ανταποκριθεί επιθετικά.

Η επιθετικότητα ως προϊόν μάθησης

Η θεωρία της κοινωνικής μάθησης είναι η άποψη που υποστήριξε ο Bandura κατά τον οποίο η ανθρώπινη κοινωνική συμπεριφορά δεν είναι έμφυτη αλλά μαθαίνεται μέσα από κατάλληλα πρότυπα. Οι συμπεριφοριστικές προσεγγίσεις, όπως αυτή ,υποστηρίζουν πως η επιθετικότητα μαθαίνεται μέσα από ενισχύσεις (Bandura,1973). Σύμφωνα, λοιπόν, με τη θεωρία αυτή τα άτομα μαθαίνουν να είναι επιθετικά είτε επειδή με τη συμπεριφορά τους αυτή δέχονται κάποια ανταμοιβή (άμεση εμπειρία) (υιοθέτηση μιας συμπεριφοράς επειδή ανταμειφθήκαμε για αυτήν), είτε επειδή παρατηρούν και μιμούνται κάποιον άλλον να ανταμείβεται λόγω της επιθετικής του συμπεριφοράς (έμμεση εμπειρία) (υιοθέτηση μιας συμπεριφοράς κατόπιν παρατήρησης της ανταμοιβής ενός άλλου ατόμου γι αυτήν).
Η έννοια της μάθησης μέσω άμεσης εμπειρίας βασίζεται στις αρχές της συντελεστικής ενίσχυσης του Skinner, δηλαδή μια συμπεριφορά διατηρείται μέσα από ανταμοιβές και τιμωρίες). Π.χ. αν ένα παιδί κλέψει ένα στυλό κάτι και δεν παρέμβει κανείς, τότε ο το παιδί ενισχύεται από το γεγονός ότι τώρα έχει πάρει το στυλό.
Η έννοια της μάθησης μέσω έμμεσης εμπειρίας σχετίζεται με τη μίμηση και την προτυποποίηση. Ο Bandura πραγματοποίησε μια σειρά ερευνών με μικρά παιδιά που έβλεπαν έναν ενήλικα να βιαιοπραγεί σε μια κούκλα. Οι έρευνες έδειξαν ότι τα παιδιά μιμούνται με μεγάλη ευκολία την επιθετική συμπεριφορά κυρίως των ενηλίκων επειδή λειτουργούν ως πρότυπα.
Εν κατακλείδι, με βάση τα ερευνητικά δεδομένα, η επιθετικότητα φαίνεται πως είναι αποτέλεσμα του συνδυασμού τόσο εσωτερικών όσο και εξωτερικών συνθηκών. Οι Βιολογικές ερμηνείες έχουν τις ρίζες τους στη Δαρβινική θεωρία και περιλαμβάνουν απόψεις του Freud, στοιχεία της ηθολογικής θεωρίας και της εξελικτικής κοινωνικής ψυχολογίας. Δίνουν έμφαση σε γενετικά καθορισμένα υποδείγματα συμπεριφορά. Οι κοινωνικές ερμηνείες δίνουν έμφαση στο ρόλο των κοινωνικών επιρροών και των διαδικασιών μάθησης.

Η ψυχαναλυτική θεωρία της επιθετικότητας, του Sigmund Freud

Ο Sigmund Freud, επηρεασμένος από το έργο του Δαρβίνου, υιοθέτησε, μεταξύ άλλων ιδεών, και την ιδέα της συνέχειας μεταξύ των ζώων και των ανθρώπων. Ο άνθρωπος, όπως και τα ζώα, ενεργεί με βάση τα ένστικτα του.  Διετύπωσε ότι η κινητήρια δύναμη στον άνθρωπο είναι οι ορμές, οι οποίες ωθούν τον άνθρωπο να ικανοποιήσει τις βιολογικές του ανάγκες. Οι ορμές δηλαδή, τα ένστικτα του ανθρώπου, δρουν ασυνείδητα. Επομένως, οι συνειδητές επιθυμίες του είναι τεκμήρια της λογικής σκέψης του και δεν υποσκελίζονται από τις πρωτόγονες ορμές που κυριαρχούν στο ασυνείδητο.

Από τις πρώτες ημέρες της ψυχανάλυσης ο Freud αναγνώρισε την κλινική σημασία των επιθετικών παρορμήσεων του ατόμου προς τα εξωτερικά αντικείμενα. Αλλά τη στιγμή που ταξινόμησε τα ένστικτα σε δύο κατηγορίες, το σεξουαλικό ένστικτο και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, οι επιθετικές παρορμήσεις θεωρήθηκαν ως σαδιστικά συστατικά του σεξουαλικού ενστίκτου.

Στο έργο του "Three Essays on the Theory of Sexuality" (1905) ο Freud δεν ήταν ικανοποιημένος με αυτή την εξήγηση για την προέλευση της επιθετικότητας και το 1909 πρότεινε ότι τόσο το σεξουαλικό όσο και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης είχαν τη δύναμη να καταστούν επιθετικά. Η επιθετική συνιστώσα των ενστίκτων θεωρήθηκε ότι κατά κάποιο τρόπο συνδέεται με την ανάγκη για απόκτηση κυριαρχίας πάνω στον εξωτερικό κόσμο.

Στο "Instincts and their Vicissitudes" (1915), ο Freud κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επιθετικότητα δεν θα μπορούσε να κατηγοριοποιηθεί ως λιμπιντική ώθηση και διετύπωσε ότι προέρχεται από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης.

Στο "Beyond the Pleasure Principle" (1920), όταν ο Freud αναταξινόμησε τα ένστικτα, τόσο το σεξουαλικό όσο και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, έχουν τεθεί κάτω από το ένστικτο της ζωής και η επιθετικότητα δεν θεωρήθηκε ότι προέρχεται από τα αυτοσυντηρητικά ένστικτα, αλλά τώρα πια προβαλλόταν προς τα έξω ως κατευθυνόμενη εκδήλωση του ενστίκτου του θανάτου. Ο Freud τόνισε ότι η επιθετικότητα μπορεί να μελετηθεί μόνο μέσα από την ανάμειξή της με τη λίμπιντο, έτσι ώστε οι έννοιες της «συγχώνευσης» και της «εκτόνωσης» να αποκτήσουν σημασία.

Το επόμενο βήμα στην έρευνα του Freud για την προέλευση της επιθετικότητας ήρθε το 1915, όταν απέρριψε την ιδέα ότι η επιθετικότητα είναι μια λιμπιντική ώθηση. Στο "Instincts and their Vicissitudes" συζητά την πολικότητα της αγάπης (στοργής) και του μίσους (επιθετικότητα), που αργότερα το συνέκρινε με την πολικότητα μεταξύ των ενστίκτων ζωής και θανάτου, αναγνωρίζοντας και ο ίδιος την πολυπλοκότητα των σχέσεων μεταξύ αγάπης και μίσους. Δηλώνει ότι το μίσος είναι αρχαιότερο από την αγάπη, που προκύπτει από μια διαφορετική, δηλαδή μη λιμπιντική πηγή και προτείνει ότι αυτή η πηγή του είναι τα ένστικτα της αυτοσυντήρησης.

Το μίσος ήταν αρχικά η αντίδραση του Εγώ στον εξωτερικό κόσμο, με την ανεπιθύμητη εισροή του ερεθίσματος, έτσι ώστε κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής τους "τα σεξουαλικά και τα ένστικτα του Εγώ μπορούν εύκολα να αναπτύξουν μια αντίθεση που επαναλαμβάνει αυτή της αγάπης και του μίσους".

Ωστόσο, ως αποτέλεσμα της δουλειάς του στο ναρκισσισμό, ο Freud είχε ήδη αναρωτηθεί σε αυτή τη μελέτη, αν η διάκριση μεταξύ των λιμπιντικών ένστικτων και του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης, του Εγώ δηλαδή, μπορούσε να γίνει πια δεκτή πια. Πράγματι, σε μια επιπρόσθετη μελέτη των "Three Essays on the Theory of Sexuality", ο ίδιος παρατήρησε ότι η προέλευση της επιθετικότητας δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί.

Η νέα κατανόηση του τρόπου με τον οποίο εχθρικές, καταστροφικές τάσεις, που αρχικά κατευθύνονται προς τα εξωτερικά αντικείμενα, γυρίζουν πίσω στον εαυτό και μετουσιώνονται σε μελαγχολία ("Mourning and Melancholia", 1915), δημιούργησε δυσκολίες στη μακρόχρονη διατήρηση της άποψης ότι η επιθετικότητα έχει την προέλευση της στα αυτοσυντηρητικά ένστικτα, διότι πλέον η επιθετικότητα δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί απλά ως παρόρμηση για κυριαρχία πάνω στον εξωτερικό κόσμο.

Το επόμενο βήμα έγινε το 1920, όταν με μια ριζική αναθεώρηση αυτής της θεωρίας, ο Freud ενέταξε τόσο το σεξουαλικό όσο και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης κάτω από το "Eros" - το ένστικτο της ζωής - και έθεσε ως αξίωμα την ύπαρξη του ενστίκτου του θανάτου, σε αντίθεση με τον Έρωτα. Η επιθετικότητα δεν θεωρείται πλέον ότι έχει τις ρίζες της στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης, αλλά στο ένστικτο του θανάτου και ο Freud συνέκρινε την πολικότητα της αγάπης (στοργής) και του μίσους (επιθετικότητα) με την πολικότητα για των ενστίκτων ζωής και θανάτου.

Το ένστικτο του θανάτου αποσκοπεί στο να αποκαταστήσει τον οργανισμό στην κατάσταση της ανόργανης ύλης που υπήρχε πριν προκύψει η ζωή. "Η κυρίαρχη τάση της ψυχικής ζωής ... είναι η προσπάθεια να μειώσει, να κρατήσει σταθερό ή να αφαιρέσει την εσωτερική ένταση που οφείλεται στα ερεθίσματα (η αρχή της νιρβάνα) - μια τάση που εκφράζεται με την αρχή της ηδονής. Και η αναγνώριση μας για αυτό το γεγονός είναι ένας από τους ισχυρότερους λόγους μας για την πίστη στην ύπαρξη των ενστίκτων του θανάτου".

Στο "Beyond the Pleasure Principle", το έργο του Freud αφορούσε κυρίως τη λειτουργία του ενστίκτου του θανάτου μέσα στον οργανισμό, αλλά σε μεταγενέστερες μελέτες στρέφει την προσοχή του στον τρόπο με τον οποίο τα ένστικτα του θανάτου κατευθύνονται προς τα έξω, γίνονται εκφράσεις καταστροφικών ή επιθετικών παρορμήσεων. Δήλωσε ότι τα ένστικτα του έρωτα και του θανάτου είναι παρόντα μόνο σε διάφορα μείγματα ή συγχωνεύσεις αν και η εκτόνωση μπορεί να συμβεί κάτω από ορισμένες συνθήκες. Αυτό το θέμα αναδύεται στο "Εγώ και το Αυτό" (1923), όπου δηλώνει ότι η έννοια της συγχώνευσης αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση. Το ένστικτο του θανάτου εκφράζεται εν μέρει ως ένστικτο της καταστροφής, κατευθυνόμενο έναντι του εξωτερικού κόσμου και άλλων οργανισμών.

Λίγο μετά τη διατύπωση της θεωρίας του ενστίκτου το 1920, ο Freud το 1923 εισάγει τις διαρθρωτικές ιδέες του και τις διατάξεις που αφορούν τη επιθετικότητα, επιτρεπόμενη μέσα από τη νέα κατανόηση της διαδικασίας σχηματισμού του Υπερεγώ. Όταν το Υπερεγώ έχει συσταθεί, είναι προικισμένο με το μέρος της επιθετικότητας του παιδιού, η οποία, λόγω της αγάπης του για τους γονείς του, δεν μπορεί να την κατευθύνει εναντίον των γονέων του, οι οποίοι του ανακόπτουν τις ενστικτώδεις επιθυμίες του. Οι εσωτερικευμένοι γονείς γίνονται το Υπερεγώ, αλλά η αυστηρότητα του Υπερεγώ δεν αντιστοιχεί στη αυστηρότητα των γονέων, αλλά στο ποσό της επιθετικότητας του παιδιού απέναντί ​​τους. Οι ταυτίσεις  που συμβαίνουν στο σχηματισμό του Υπερεγώ, περιλαμβάνουν μια ενστικτώδη εκτόνωση, έτσι ώστε οι απελευθερωμένες καταστροφικές παρορμήσεις  προστίθενται στην αυστηρότητα του Υπερεγώ.

Τέλος στο "Civilization and its Discontents" (1930), ο Freud σημείωσε ότι η αναλυτική βιβλιογραφία δείχνει μια προτίμηση στην ιδέα ότι κάθε είδος απογοήτευσης, οδηγεί σε όξυνση του αισθήματος της ενοχής. Αλλά λέει ότι αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται μόνο στα επιθετικά ένστικτα, δεδομένου ότι δεν μπορούμε να εξηγήσουμε τα δυναμικά και τα οικονομικά αίτια για την αύξηση του αισθήματος ενοχής που εμφανίζεται στη θέση των ανεκπλήρωτων ερωτικών απαιτήσεων. "Όταν μια ενστικτώδης τάση υφίσταται καταπίεση, τα λιμπιντικά του στοιχεία μετατρέπονται σε συμπτώματα και η επιθετική συνιστώσα της σε μια αίσθηση ενοχής".

Οι 10 πιο αδίστακτες μυστικές υπηρεσίες στην ιστορία, τα χειρότερα βασανιστήρια και η ΕΑΤ-ΕΣΑ

Μοσάντ, Στάζι, CIA, ΕΑΤ-ΕΣΑ και οι φίλοι τους. Οι μυστικές υπηρεσίες ασφάλειας, έχουν τη δική τους ανατριχιαστική ιστορία.
Τι είναι όμως οι μυστικές υπηρεσίες;
Στην ουσία μιλάμε για κυβερνητικές υπηρεσίες που είναι υπεύθυνες για την συλλογή πληροφοριών, αλλά και για την εποπτεία και προώθηση διαφόρων θεμάτων καθώς και για την παρακολούθηση υπόπτων "στόχων".
Η κρυφή δράση των περισσότερων ήρθε στο φως χρόνια μετά την έναρξη της δράσης τους και αποκαλύπτει τους αδίστακτους τρόπους και τις πρακτικές που χρησιμοποιούσαν για να αποσπάσουν τις πληροφορίες που ήθελαν.
10. Στάζι
Στάζι ήταν το όνομα με το οποίο έγινε γνωστό το "Υπουργείο Κρατικής Ασφαλείας" της Ανατολικής Γερμανίας.
Ιδρύθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1950 και στεγαζόταν σε ένα κτήριο στο Lichtenberg του Βερολίνου. Ανέπτυξε σταδιακά ένα τεράστιο δίκτυο επισήμων υπαλλήλων και πληροφοριοδοτών, οι οποίοι κατασκόπευαν και αρχειοθετούσαν κάθε πτυχή της ζωής εκατομμυρίων πολιτών της χώρας. Με την κατάρρευση του καθεστώτος, έγινε γνωστό ότι οι επίσημοι υπάλληλοι της Στάζι ανέρχονταν σε περίπου 91.000, οι ανεπίσημοι πληροφοριοδότες σε πάνω από 300.000, ενώ οι φάκελοι έφταναν τα δέκα εκατομμύρια.
 
Εκτός της κατασκοπείας των πολιτών της χώρας, το έργο της Στάζι περιελάμβανε κατασκοπεία δυτικών κρατών και ιδίως της Δυτικής Γερμανίας. Το έργο της περιελάμβανε ανακρίσεις και βασανισμούς κρατουμένων. Μετά την πτώση του καθεστώτος, βασανισθέντες αποκάλυψαν ότι υποβάλλονταν σε ακτινοβολίες εσκεμμένα στις φυλακές της Στάζι με ραδιενέργεια, προκειμένου να τους προξενηθεί καρκίνος.
9. ΕΑΤ-ΕΣΑ
Το ΕΑΤ-ΕΣΑ (Ειδικό Ανακριτικό Τμήμα της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας) ήταν η μυστική αστυνομία και το κύριο σώμα ασφαλείας κατά τη διάρκεια της δικτατορίας (1967-1974). Η ΕΣΑ δεν ήταν δημιούργημα της Δικτατορίας. Συστάθηκε το 1951, λίγο μετά το τέλος του Εμφυλίου λίγο πριν την είσοδο της χώρας στο ΝΑΤΟ.
Ως τότε, ο Στρατός Ξηράς δεν είχε ξεχωριστό σώμα στρατιωτικής αστυνομίας, και στρατονομικά καθήκοντα ασκούσε η Χωροφυλακή. Οι άνδρες της ΕΣΑ φορούσαν χαρακτηριστική στολή με γαλάζιο πηλήκιο και λευκά περιβραχιόνια ενώ έφεραν μεγάλα ξύλινα κλομπς.
Τον Απρίλιο του 1967, λίγο μετά την κατάληψη της εξουσίας μετά από πραξικόπημα, ο ηγέτης της χούντας, Γεώργιος Παπαδόπουλος διόρισε τον Δημήτριο Ιωαννίδη επικεφαλής της EΣA, η οποία μετατράπηκε στο πιο πιστό στη Χούντα σώμα ασφαλείας της Ελλάδας.
Όταν ο Παπαδόπουλος κήρυξε στρατιωτικό νόμο μετά το πραξικόπημα του 1967, αυξήθηκε η δύναμη της ΕΣΑ ακόμη περισσότερο, καθιστώντας τη χούντα επικεφαλής του βραχίονα του νόμου και της τάξης, καθώς και της καταστολής. Επί Ιωαννίδη, έφτασε να έχει δύναμη 20,000 ανδρών και έγινε μια πανίσχυρη παραστρατιωτική οργάνωση, που θα χρησιμοποιούσε ο επικεφαλής της το 1973 για να ανατρέψει τον Παπαδόπουλο.
 
Χιλιάδες πολιτικοί αντίπαλοι της χούντας συνελήφθησαν από την EΣA και στάλθηκαν σε ορισμένα από τα πιο έρημα νησιά του Αιγαίου. Σε πολλές από τις καταγγελίες για βασανιστήρια κρατουμένων στο πλαίσιο του καθεστώτος Παπαδόπουλου συμμετέχει η ΕΥΔ, και ιδίως στην ανάκριση το Ειδικόν Ανακριτικόν Τμήμα (ΕΑΤ).
Χρήση βασανιστηρίων από την ΕΣΑ κατά τη διάρκεια ανακρίσεων αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια της επταετίας. Ο Αλέξανδρος Παναγούλης ήταν ένα παράδειγμα ενός ατόμου σε βασανιστήρια από το ΕΑΤ-EΣA, ενώ ο πολιτικός Νίκος Κωνσταντόπουλος είναι ένα άλλο παράδειγμα. Χαρακτηριστική για την βιαιότητα τον βασανιστηρίων είναι η ιστορία του Σπύρου Μουστακλή, αξιωματικού του ελληνικού στρατού με αντιδικτατορική δράση, ο οποίος συνεπεία των βασανιστηρίων του ΕΑΤ-ΕΣΑ έμεινε για δύο χρόνια παράλυτος και δεν κατάφερε ποτέ να ξαναμιλήσει.
Η ΕΣΑ το 1975 μετονομάστηκε σε Στρατονομία με απόφαση του Ευάγγελου Αβέρωφ. Τα ηγετικά μέλη της ΕΣΑ που συμμετείχαν σε βασανιστήρια δικάστηκαν από στρατοδικείο και καταδικάστηκαν, αν και πολλοί δεν εξέτισαν το σύνολο της ποινής τους (Χατζηζήσης, Θεοφιλογιαννάκος, Πέτρου).
8. CSU, Φιλιππίνες
Η μυστική υπηρεσία της αστυνομίας των Φιλιππινών, θεωρείται μια από τις πιο αιμοσταγείς στον πλανήτη.
Η δικαιοσύνη είναι απρόσιτη για τα περισσότερα θύματα βασανιστηρίων στις Φιλιππίνες. Πρόσφατα ανακαλύφθηκε ένα μυστικό κέντρο κράτησης στο οποίο εργαζόμενοι στην αστυνομία του κράτους βασάνιζαν κρατουμένους "για διασκέδαση". Σύμφωνα με πληροφορίες, οι αστυνομικοί υπάλληλοι έκαναν χρήση του "τροχού των βασανιστηρίων", όπως αναφέρθηκε, για να αποφασίσουν τυχαία την μέθοδο βασανισμού των κρατουμένων.
Η δημοσιοποίηση του περιστατικού από τα ΜΜΕ οδήγησε σε εσωτερική έρευνα, και την απόλυση κάποιων αστυνομικών υπαλλήλων. Ωστόσο, η Διεθνής Αμνηστία καλεί για μια εμπεριστατωμένη και αμερόληπτη έρευνα η οποία θα οδηγήσει στην ποινική δίωξη των αξιωματούχων οι οποίοι συμμετείχαν στα βασανιστήρια. Οι περισσότερες πράξεις βασανισμών από την αστυνομία στις Φιλιππίνες παραμένουν αδήλωτες και τα θύματα των βασανιστηρίων συνεχίζουν να υποφέρουν σιωπηλά, όπως αναφέρει η Διεθνής Αμνηστία.
7. Γκεστάπο
"Οι Ναζί μετέτρεψαν τη χώρα τους από μια κακή δημοκρατία σε μια φασιστική δικτατορία στην οποία τα δικαιώματα του ατόμου καταπατήθηκαν προς το συμφέρον του κράτους". Τα παραπάνω αναφέρει ντοκιμαντέρ του History Channel για την Γκεστάπο.
Η Γκεστάπο ιδρύθηκε πρo του χιτλερικού καθεστώτος, ως αντίστοιχη των μυστικών υπηρεσιών ειδικής ασφαλείας άλλων ξένων χωρών. Ύστερα, όμως, από την ανάληψη της αρχής από τον Χίτλερ, η Γκεστάπο μετατράπηκε σε τρομοκρατική οργάνωση, στρεφόμενη κατά παντός ενάντιου, εμφανώς δεδηλωμένου, στο καθεστώς ή και υποτιθέμενου "εχθρού" του γερμανικού εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος.
Το προσωπικό της υπηρεσίας αυτής αυξήθηκε σημαντικά, τόσο με την πρόσληψη εμπίστων και φανατικών χιτλερικών όσο και με αποσπάσεις οπαδών από άλλες πολιτικές και περισσότερο στρατιωτικές υπηρεσίες. Η Γκεστάπο προέβαινε σε συλλήψεις, βασανισμούς και εγκλεισμούς των αντιδρώντων σε φυλακές και στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Επικεφαλής της Γκεστάπο ήταν επί σειρά ετών ο Ράινχαρντ Χάιντριχ, ένας από τους πλέον αφοσιωμένους αλλά και απάνθρωπους οπαδούς του Χίτλερ, ο οποίος τελικά δολοφονήθηκε το 1942 στην Πράγα. Υπό την ηγεσία του αλλά και την έμπνευση του Αρχηγού των Σωμάτων Ασφαλείας του Ράιχ Χίμλερ, η Γκεστάπο εκτέλεσε σωρεία μεμονωμένων και ομαδικών εγκλημάτων καθώς και την εξόντωση των Εβραίων και άλλων μειονοτήτων όχι μόνον εντός της Γερμανίας αλλά και στις χώρες της Ευρώπης που είχαν περιέλθει υπό γερμανική κατοχή.
Μεταξύ των χιλιάδων Ελλήνων που βασανίστηκαν στα κρατητήρια της Γκεστάπο της οδού Μέρλιν στο Κολωνάκι ή στα "υπόγεια του μαρτυρίου" της οδού Κοραή 4 όπου στεγαζόταν τα κρατητήρια της ναζιστικής διοίκησης, δηλαδή της Κομμαντατούρ ή στο Στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου στην Αθήνα και στις άλλες πόλεις και των χιλιάδων που εκτελέστηκαν χωρίς ή με υποτυπώδη δίκη στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής ή αλλού, οι περισσότεροι υπήρξαν θύματα της Γκεστάπο και όχι θύματα πολέμου. Η υπηρεσία αυτή είχε την εντολή από τους ηγέτες της να μη φείδεται την ανθρώπινη ζωή και να μη δειλιάζει έναντι οποιουδήποτε εγκλήματος προς παραδειγματισμό, με μοναδικό στόχο τη διατήρηση του Χίτλερ στην εξουσία.
Οι πράκτορες της Γκεστάπο, μεταξύ των οποίων ήταν και πολλοί που κατείχαν τη γλώσσα των χωρών στις οποίες υπηρετούσαν, (είτε στις υπό κατοχή είτε όχι) παρακολουθούσαν κάθε κίνηση και κάθε εκδήλωση επεμβαίνοντας αμέσως, και ειδικά στις χώρες υπό κατοχή, άνευ οίκτου και σοβαρής εξέτασης.
Μετά τη συντριβή και της τελευταίας γερμανικής αντίστασης, ο ανώτατος αρχηγός της Γκεστάπο Χίμλερ επεδίωξε να δραπετεύσει από τη Γερμανία εφοδιασμένος με πλαστά έγγραφα πλην όμως αναγνωρίσθηκε από τους Άγγλους στρατιώτες οι οποίοι και τον συνέλαβαν στις 21 Μαΐου 1945. Δύο ημέρες όμως αργότερα όπως δηλώθηκε ή αυτοκτόνησε κατά την ανάκρισή του ή βρέθηκε νεκρός στη φυλακή του που είχε αυτοκτονήσει με δραστικό δηλητήριο που έκρυβε σε μικρή αμπούλα κάτω από τη γλώσσα του.
Στη Διάσκεψη του Πότσδαμ των Αρχηγών των Μεγάλων Δυνάμεων (Τρούμαν, Τσώρτσιλ και Άττλη και Στάλιν) αποφασίστηκε, μεταξύ των άλλων, η πλήρης διάλυση της Γκεστάπο, η κατάσχεση του αρχείου της και η δίωξη των κυριοτέρων παραγόντων αυτής ως εγκληματιών πολέμου.
6. SAVAK, Ιράν
Τη δεκαετία του '70, η μυστική υπηρεσία SAVAK βασάνιζε κόσμο και εξάπλωνε ένα κλίμα τρομοκρατίας και φόβου στους κόλπους της ιρανικής κοινωνίας. Ο ίδιος ο Σάχης, στην τελευταία συνέντευξη του που παραχώρησε στον David Frost στον Παναμά ενώ βρισκόταν εξόριστος, τον Μάρτιο του 1980, είχε πει πως η SAVAK είχε τη δύναμη να αυθαιρετεί και το διέπραττε. Ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να τους σταματήσει.
Σύμφωνα με τον Σάχη Μοχάμμαντ Ρεζά Παχλαβί, η SAVAK ήταν επιφορτισμένη με την ευθύνη να εξασφαλίζει την εσωτερική ασφάλεια της χώρας, καταπνίγοντας κάθε παράγοντα αναταράξεων που μπορεί να υποκινούταν από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς (Κομμουνιστικό Κόμμα Τουντέχ, ισλαμικός κλήρος από τις θεολογικές σχολές του Ιράκ). Ωστόσο η SAVAK υπερέβη κατά πολύ τον ρόλο του απλού προστάτη και δρούσε εγκληματικά ακόμα και κατά αθώων και ανυποψίαστων ανθρώπων. Εν ολίγοις προκαλούσε μεγαλύτερο εσωτερικό αναβρασμό στο Ιράν από ότι υποτίθεται ότι προλάμβανε, αμαυρώνοντας τη μοναρχία και προκαλώντας το μίσος του απλού κόσμου προς τον Σάχη. Ο έμπιστος υπουργός Εξωτερικών και μετέπειτα πρέσβης του Ιράν στις ΗΠΑ, Αρντεσίρ Ζαχεντί είχε μεταβιβάσει τις ανησυχίες του στον Σάχη ότι η SAVAK με αφορμή τους εορτασμούς της Περσέπολης το 1971, είχε συλλάβει χιλιάδες αθώους ανθρώπους προκειμένου να αποφύγει οποιοδήποτε επεισόδιο αναταραχής. Ο Σάχης απλώς σιώπησε.
 
5. MVSN, Αϊτή
Η μυστική υπηρεσία της Αϊτής, εκτέλεσε πάνω από 60.000 ανθρώπους. Πολλοί από αυτούς σκοτώθηκαν δια λιθοβολισμού ή κάηκαν ζωντανοί.
Ο ηγέτης της, Luckner Cabronne πούλησε τα πτώματα των θυμάτων και το αίμα τους στις ΗΠΑ, παρέχοντας 6.000 λίτρα από πλάσμα αίματος τον μήνα.
Ο ίδιος ήταν το 1972 υπουργός εσωτερικών και του Υπουργείου Άμυνας της χώρας και εκχώρησε τα δικαιώματα εκμετάλλευσης του πετρελαίου της Αϊτής σε εταιρείες αμερικανικών συμφερόντων.
Το ψευδώνυμο του ήταν "το βαμπίρ της Καραϊβικής". Το 1972 διέφυγε στις ΗΠΑ και πέθανε στις 24 Σεπτεμβρίου του 2006.
4. Υπηρεσίες κατασκοπείας της Βορείου Κορέας
Σύμφωνα με εκτιμήσεις δυτικών αλλά και με πρόσφατη έκθεση του ΟΗΕ, υπάρχουν περίπου 150.000-200.000 άτομα που ζουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Βόρεια Κορέα και όσοι έχουν καταφέρει να αποδράσουν από αυτά διηγούνται πως οι κρατούμενοι υποσιτίζονται και δουλεύουν μέχρι να πεθάνουν από την εξάντληση.
Οι άνθρωποι αναγκάζονταν να τρώνε ζωοτροφές ή ακόμα και σπόρους που βρίσκονταν στις κοπριές των ζώων, σύμφωνα με την μαρτυρία του πρώην στρατιωτικού Τζο Κιμ.
Στα στρατόπεδα - γνωστά και ως αποικίες εργασίας πολιτικών κρατουμένων - βρίσκονται υπό κράτηση 3 γενιές της ίδιας οικογένειας συχνά με βάση το ότι ένα μέλος της οικογενείας κάποτε διέπραξε κάποιο έγκλημα κατά του καθεστώτος.
Ακριβώς όπως και στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης δεκαετίες πριν, οι κρατούμενοι εργάζονται απίστευτα σκληρά με αντάλλαγμα μια αξιοθρήνητη, πενιχρή, μερίδα φαγητού, με αποτέλεσμα πολλοί από αυτούς να τρώνε ο,τι βρούνε.
Η Βόρεια Κορέα ανακοινώνει πάντως πως απορρίπτει "κατηγορηματικά και πλήρως" τις εκθέσεις του ΟΗΕ, τις οποίες αποκάλεσε "προϊόν πολιτικοποίησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την πλευρά της ΕΕ και της Ιαπωνίας σε συμμαχία με την εχθρική πολιτική των ΗΠΑ".
Η εξόντωση πολιτικών κρατουμένων από τη Βόρεια Κορέα κατά τις πέντε περασμένες δεκαετίες μπορεί να ισοδυναμεί με γενοκτονία, αναφέρεται στην τελευταία σχετική έκθεση του ΟΗΕ, παρόλο που ο νομικός ορισμός της γενοκτονίας αφορά κανονικά την εξόντωση μεγάλων τμημάτων εθνικών, εθνοτικών ή θρησκευτικών ομάδων.
Οι βορειοκορεάτες μετανάστες και λιποτάκτες που επαναπατρίζονται από την Κίνα αντιμετωπίζουν βασανιστήρια, κράτηση, εκτελέσεις με συνοπτικές διαδικασίες και υποχρεωτικές αμβλώσεις, αναφέρεται στην έκθεση.
3. Λαϊκό Κομισαριάτο Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΣΣΔ
Το Λαϊκό Κομισαριάτο Εσωτερικών Υποθέσεων ή Eν Κα Βε Ντέ, (ρωσικά: "НКВД-Народный комиссариат внутренних дел СССР") ήταν η διαβόητη μυστική αστυνομία της Ε.Σ.Σ.Δ την εποχή του Στάλιν. Αποτελεί ουσιαστικά τη συνέχεια του περιβόητου Τρίτου Τμήματος επί τσαρικού καθεστώτος, της Οχράνα των τελευταίων χρόνων του τσαρισμού, διαδεχόμενη την Τσεκά των χρόνων του Λένιν.
Επρόκειτο για το κεντρικό όργανο της κρατικής διοίκησης της ΕΣΣΔ στα χρόνια 1934-1946, με στόχο την καταπολέμηση της εγκληματικότητας και τη διατήρηση της κοινωνικής ευταξίας.
Στη συνέχεια η NKVD μετεξελίχθηκε στο σημερινό Υπουργείο Εσωτερικών Υποθέσεων, MVD (ρωσ.: Министерство Внутренних Дел), στο οποίο υπάγεται η αστυνομία της Ρωσίας.
 
Έγινε περισσότερο γνωστή από τα γκουλάγκ όπου οι άντρες της ασκούσαν καθήκοντα φρουρών και ανακριτών, περίοδος όπου διαπράχθηκαν πολλές θηριωδίες εκ μέρους της. Έπαιξε ακόμα το ρόλο στρατιωτικής αστυνομίας στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο και ήταν ο φόβος και τρόμος των λιποτακτών και προδοτών. Στρεφόταν όμως και εναντίον αντιφρονούντων, παίζοντας το ρόλο θεματοφύλακα του συστήματος.
Οι αξιωματικοί της στο Ανατολικό Μέτωπο απολάμβαναν εξουσία πάνω στη ζωή και το θάνατο. Ακόμα και κατώτεροι αξιωματικοί της μπορούσαν να εκτελέσουν υψηλόβαθμους άλλων σωμάτων αν κρίνονταν ένοχοι λιποταξίας ή προδοσίας.
Στις μεγάλες κυκλωτικές κινήσεις των γερμανικών πάντσερ στις αρχές του πολέμου, όταν πολλές ρωσικές στρατιές εγκλωβίσθηκαν σπεύδοντας να εγκαταλείψουν άρον άρον τις συνοριακές πόλεις, η NKVD αναλάμβανε τη διάσωση των δημόσιων αρχείων μένοντας συχνά τελευταία μέχρι να εκκενωθεί εντελώς η περιοχή. Πολλές φορές επιτηρούσαν την κίνηση των στρατιωτών στις οδικές αρτηρίες, επιβλέποντας για την ορθή εκτέλεση των εντολών του κόμματος.
2. DINA, Χιλή
Τον Αύγουστο του 2014, το εφετείο του Σαντιάγο επιβεβαίωσε τις ποινές φυλάκισης που επεβλήθησαν σε πέντε αξιωματούχους επί των ημερών της δικτατορίας στη Χιλή για την υπόθεση της εξαφάνισης, το 1974, ενός Γάλλου φοιτητή, του Αλφόνς Σανφρό, στα χέρια του καθεστώτος Πινοσέτ.
Το εφετείο επικύρωσε τις ποινές κάθειρξης 10 ετών που είχαν επιβληθεί τον Μάιο του 2013 σε βάρος τεσσάρων πρώην πρακτόρων της DINA, της διαβόητης μυστικής αστυνομίας της δικτατορίας της Χιλής—του Μανουέλ Κοντρέρας Σεπούλβεδα, του Μαρσέλο Μορέν Μπρίτο, του Μιγκέλ Κρασνόφ Μαρτσένκο και του Ρικάρδο Λόρενς Μίρες.
 
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Πινοσέτ στη λατινοαμερικάνικη αυτή χώρα ο επίσημος απολογισμός κάνει λόγο για πάνω από 3.200 νεκρούς και εξαφανισμένους.
Εκτός από τις ειδικές κατασκευές χώρων και εργαλείων για τους βασανισμούς, στους πράκτορες της DINA άρεσε να πετούν κόσμο από αεροπλάνα ή ελικόπτερα. Τουλάχιστον 12 μηχανικοί παραδέχθηκαν ότι έκαναν περισσότερες από 40 πτήσεις πάνω από τον Ειρηνικό με πτώματα ή ζωντανούς, κλεισμένους σε σακιά.
Για να σιγουρευτούν ότι θα έμεναν στον πάτο της θάλασσας και δεν θα τους έβρισκε κανείς τους έδεναν με σιδερένιες μπάρες. Υπολογίζεται ότι περίπου πεντακόσιοι αντικαθεστωτικοί κατέληξαν στη θάλασσα, αφού πρώτα βασανίστηκαν από αξιωματικούς της DINA.
Στη διαβόητη βίλα Γκριμάλντι που ήταν η "Μέκκα" των βασανιστηρίων, έβαζαν τους κρατούμενους να ξαπλώνουν στο πάρκινγκ και περνούσαν από πάνω με φορτηγά, συνθλίβοντας τα πόδια τους. Στο ρεπερτόριό τους ήταν επίσης οι απαγωγές, οι εξαφανίσεις, οι δολοφονίες και οι βιασμοί γυναικών.
 
1. Κόκκινοι Χμερ
Οι Κόκκινοι Χμερ και ο ηγέτης τους Πολ Ποτ επέβαλαν στην Καμπότζη μια ακραία μορφή κοινωνικής μεταρρύθμισης: πήγαν να μετατρέψουν με τη βία τον πληθυσμό ολόκληρης της χώρας σε αγροτικό- τη μοναδική κοινωνική ομάδα που παραδέχονταν ως "ιδανικούς κομμουνιστές" και την αποκαλούσαν "παλαιούς ανθρώπους".
Άνδρες, γυναίκες και παιδιά ήταν αναγκασμένοι να εργάζονται σε κολεκτίβες 12 ώρες τη μέρα με ελάχιστη τροφή. Αν για κάποιον υπήρχαν υποψίες για "ανάμειξη σε δραστηριότητες της ελεύθερης αγοράς", εκτελούνταν επί τόπου. Συχνά οι δήμιοι ήταν έφηβοι- «για να γίνουν καλοί επαναστάτες».
Η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος ο Πολ Ποτ και τα πρωτοπαλίκαρά του ανήκαν στους "νέους ανθρώπους": είχαν σπουδάσει στη Γαλλία με υποτροφίες του γαλλικού κράτους. Εκεί ήρθαν σε επαφή με το έργο του Καρλ Μαρξ και επηρεάστηκαν από το γαλλικό ΚΚ.
Στα τέσσερα χρόνια που παρέμειναν στην εξουσία οι Κόκκινοι Χμερ "κατήργησαν" μεταξύ άλλων: τα βιβλία, τα σχολεία, τα χρήματα, τις τράπεζες, τα νοσοκομεία, τη θρησκεία. Εκτέλεσαν σχεδόν σύσσωμη την πνευματική ελίτ. Ακόμη και μια απλή κίνηση όπως το κόψιμο άγριων φρούτων από κάποιον που λιμοκτονούσε το θεωρούσαν "ιδιωτική πρωτοβουλία" και το τιμωρούσαν με θάνατο. Τους ανέτρεψε ο βιετναμέζικος στρατός που εισέβαλε στη χώρα το 1979, επέζησαν όμως ως αντάρτικο στη Δυτική Καμπότζη ως τα τέλη της δεκαετίας του ΄90. Ο ηγέτης τους, Πολ Ποτ πέθανε το 1998 χωρίς να λογοδοτήσει ποτέ.
Από το 1984, 155 χώρες- έχουν επικυρώσει την Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών ενάντια στα Βασανιστήρια, από τις οποίες και για τις 142 από αυτές έχει δημοσιεύσει έρευνες η Διεθνής Αμνηστία. Το 2014 η Διεθνής Αμνηστία διαπίστωσε ότι τουλάχιστον 79 από τα κράτη αυτά εξακολουθούν να χρησιμοποιούν την τακτική των βασανιστηρίων, περισσότερες από τα μισά συμβαλλόμενα στην Σύμβαση κράτη, για τα οποία η οργάνωση πραγματοποιεί έρευνες.
Επιπλέον, 40 κράτη-μέλη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, δεν έχουν υπογράψει την Σύμβαση ενάντια στα βασανιστήρια, παρά την ύπαρξη διεθνών νομικών απαγορεύσεων οι οποίες δεσμεύουν τα κράτη μέλη να σταματήσουν οποιαδήποτε απάνθρωπη κακομεταχείριση.
 
Το έργο της Διεθνούς Αμνηστίας ενάντια στα Βασανιστήρια συνεχίζεται παγκοσμίως, ωστόσο το ενδιαφέρον επικεντρώνεται σε πέντε χώρες στις οποίες η χρήση βασανιστηρίων είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη, και η οργάνωση θεωρεί ότι έχει την δυνατότητα να επιφέρει κάποια σημαντική βελτίωση.
Βασικός άξονας της νέας αυτής εκστρατείας είναι η ουσιαστική αναφορά με συγκεκριμένες συστάσεις για την κάθε χώρα.
  • Στο Μεξικό, η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι τα βασανιστήρια αποτελούν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα, στην πραγματικότητα όμως η κατάχρηση εξουσίας από την αστυνομία και τις δυνάμεις ασφαλείας είναι ευρύτατη και παραμένει ατιμώρητη. Η Miriam López Vargas, μια γυναίκα 31 ετών και μητέρα τεσσάρων παιδιών απήχθη στην πόλη Ensenada στην οποία ζούσε, από δύο στρατιώτες ενδεδυμένους με πολιτικά και μεταφέρθηκε σε ένα στρατόπεδο. Κρατήθηκε εκεί για περίπου μια εβδομάδα, στην διάρκεια της οποίας κακοποιήθηκε σεξουαλικά τρείς φορές, υποβλήθηκε σε διάφορες τεχνικές στέρησης οξυγόνου όπως και ηλεκτροπληξίας, με στόχο να αναγκαστεί να ομολογήσει ότι είχε εμπλακεί σε αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά. Τρία χρόνια μετά, κανείς από τους δράστες αυτού του περιστατικού δεν έχει τιμωρηθεί.
  • Η δικαιοσύνη είναι απρόσιτη για τα περισσότερα θύματα βασανιστηρίων στις Φιλιππίνες. Πρόσφατα ανακαλύφθηκε ένα μυστικό κέντρο κράτησης στο οποίο εργαζόμενοι στην αστυνομία του κράτους βασάνιζαν κρατουμένους «για διασκέδαση». Σύμφωνα με πληροφορίες, οι αστυνομικοί υπάλληλοι έκαναν χρήση του «τροχού των βασανιστηρίων», όπως αναφέρθηκε, για να αποφασίσουν τυχαία την μέθοδο βασανισμού των κρατουμένων. Η δημοσιοποίηση του περιστατικού από τα ΜΜΕ οδήγησε σε εσωτερική έρευνα, και την απόλυση κάποιων αστυνομικών υπαλλήλων. Ωστόσο, η Διεθνής Αμνηστία καλεί για μια εμπεριστατωμένη και αμερόληπτη έρευνα η οποία θα οδηγήσει στην ποινική δίωξη των αξιωματούχων οι οποίοι συμμετείχαν στα βασανιστήρια. Οι περισσότερες πράξεις βασανισμών από την αστυνομία στις Φιλιππίνες παραμένουν αδήλωτες και τα θύματα των βασανιστηρίων συνεχίζουν να υποφέρουν σιωπηλά.
  • Στο Μαρόκο και τη Δυτική Σαχάρα, οι αρχές σπανίως εξετάζουν καταγγελίες για βασανιστήρια. Οι Ισπανικές αρχές εξέδωσαν τον Ali Aarrass στο Μαρόκο παρά τους φόβους ότι θα υποστεί βασανιστήρια. Συνελήφθη από αξιωματικούς των μυστικών υπηρεσιών και μεταφέρθηκε σε ένα μυστικό κέντρο κράτησης στο οποίο, όπως αναφέρει, υπέστη ηλεκτροπληξία στα γεννητικά του όργανα, σοβαρούς τραυματισμούς στα πέλματα των ποδιών, και παρέμεινε για ώρες κρεμασμένος από τους καρπούς των χεριών. Όπως ανέφερε, οι υπάλληλοι του κέντρου τον ανάγκασαν να ομολογήσει ότι βοήθησε μια τρομοκρατική ομάδα. Ο Ali Aarrass καταδικάστηκε σε 12 χρόνια φυλάκισης βάση της «ομολογίας» του. Οι ισχυρισμοί του περί βασανιστηρίων δεν έχουν διερευνηθεί ακόμα.
  • Στην Νιγηρία, τα βασανιστήρια είναι πλέον ρουτίνα για τους εργαζόμενους στην αστυνομία και τον στρατό. Όταν ο Moses Akatugba συνελήφθη από τον στρατό ήταν μόλις 16 ετών. Όπως ανέφερε, τον κακοποίησαν και τον πυροβόλησαν στο χέρι. Στην συνέχεια, σύμφωνα με τον Moses, μεταφέρθηκε στην αστυνομία όπου παρέμεινε κρεμασμένος για ώρες από τα άκρα του . Ο Moses ισχυρίζεται ότι βασανίστηκε για να υπογράψει την «ομολογία» ότι είχε εμπλακεί σε μια ληστεία. Ο ισχυρισμός του ότι η ομολογία του ήταν αποτέλεσμα των βασανιστηρίων, δεν ερευνήθηκε ποτέ σε βάθος. Τον Νοέμβριο του 2013, μετά από 8 χρόνια αναμονής για μια ετυμηγορία, ο Moses καταδικάστηκε σε θάνατο.
  • Στο Ουζμπεκιστάν, τα βασανιστήρια αποτελούν μια ευρύτατα διαδεδομένη πρακτική, ενώ ελάχιστοι δράστες έχουν βρεθεί ενώπιον της δικαιοσύνης. Η Διεθνής Αμνηστία δεν έχει πρόσβαση στη χώρα. Η Dilorom Abdukadirova παρέμεινε στην εξορία για πέντε χρόνια έπειτα από την επίθεση που δέχτηκε από τις δυνάμεις ασφαλείας σε μια διαμαρτυρία στην οποία συμμετείχε. Κατά την επιστροφή της στο Ουζμπεκιστάν τέθηκε ξανά υπό κράτηση, της απαγορεύτηκε να δει την οικογένεια της, και κατηγορήθηκε για ανατροπή της κυβέρνησης. Κατά την διάρκεια της δίκης της φαινόταν αδυνατισμένη με μώλωπες στο πρόσωπο της. Η οικογένεια της είναι πεπεισμένη ότι έχει βασανιστεί.
Διαβάστε την έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για την "κουλτούρα κακομεταχείρισης και ατιμωρησίας στην Ελληνική Αστυνομία"
Πηγή βίντεο: Alltime10s

Οργανωμένο έγκλημα




Το “The Sopranos”, μια διάσημη τηλεοπτική σειρά σχετικά με έναν πλασματικό Ιταλοαμερικάνο γκάνκγστερ, οδεύει προς το τελικό φινάλε ύστερα από έξι χρόνια μεγάλης επιτυχίας. Τι συμβαίνει όμως με την αληθινή μαφία που ελέγχει το παράνομο εμπόριο και τρομοκρατεί αθώα θύματα από τη Μόσχα μέχρι το Μεξικό; 



Όταν πρόκειται για τα πιο ισχυρά παγκόσμια δίκτυα εγκλήματος, δεν μπορούμε να ξεφύγουμε τόσο εύκολα, όπως συμβαίνει με το τέλος μιας ταινίας ή ενός σίριαλ. Το ΜΕΝ 24 σας παρουσιάζει τα πιο ισχυρά συνδικάτα εγκλήματος στον κόσμο. 



1. Γιακούζα



Έχοντας στενούς δεσμούς με πολλούς πολιτικούς και με δεξιές πολιτικές ομάδες κοινωνικής πίεσης, τα συνδικάτα εγκλήματος της Ιαπωνίας ενεργούν χωρίς να φοβούνται και πολύ το νόμο. 



Οι πρωταγωνιστές: Η μεγαλύτερη ομάδα των γιακούζα είναι η Γιαμαγκούτσι-γκούμι (Yamaguchi-gumi), της οποίας τα 39,000 μέλη αποτελούν σχεδόν τους μισούς από όλους τους Γιαπωνέζους γκάνγκστερ. Έχοντας το αρχηγείο της στην Κόμπ, η συμμορία αναπτύσσεται γρήγορα μέσω της απόκτησης εταιρικού ύφους. Ο τωρινός νονός Κενίκι Σινόντα διευθύνει την εγκληματική του αυτοκρατορία από την φυλακή. Πρόκειται για την δεύτερη φυλάκισή του. Την δεκαετία του ’70, φυλακίστηκε επειδή τεμάχισε με ξίφος έναν ανταγωνιστή του. 



Ιδιαιτερότητες: Δημοσιότητα και στυλ. Οι γιακούζα είναι το πιο ανοιχτό από όλα τα συνδικάτα εγκλήματος, με επίσημα αρχηγεία, επώνυμο εμπόρευμα και επιχειρησιακές κάρτες. Φανταχτερά κοστούμια, διακριτικά τατουάζ με τίγρεις, και κομμένα δάχτυλα (που κόπηκαν σαν τιμωρία για κάποια αποτυχία) δημιουργούν μια ρομαντική δημόσια εικόνα. Ενώ με ανθρωπιστικές χειρονομίες και αποφεύγοντας να σκοτώνουν πολίτες, έχουν κάνει τον κόσμο να αγνοεί πρόθυμα την βία των συμμοριών. 



Τι επιφυλάσσει το μέλλον: Σε συγκρούσεις με τις αρχές. Διάφορες πρόσφατες δολοφονίες υψηλά ιστάμενων προσώπων μπορεί να σημάνουν το τέλος της ανοχής της κυβέρνησης. Η αστυνομία προσέλαβε 10,000 επιπλέον αστυνομικούς για να αντιμετωπίσει τις συμμορίες. Παράλληλα, η επέκταση της Γιαμαγκούτσι-γκούμι στο Τόκυο προκαλεί την αντίδραση των ανταγωνιστών της και μπορεί να οδηγήσει σε αιματηρούς πολέμους στις περιοχές ελέγχου των συμμοριών. 



2. Ρωσική Μαφία


Τουλάχιστον το ένα δέκατο του εδάφους της Ρωσίας και το ένα τέταρτο της οικονομίας της βρίσκεται υπό την εξουσία 300.000 μελών, κατά προσέγγιση, που ανήκουν σε περίπου 450 διαφορετικές ρωσικές συμμορίες. 



Οι πρωταγωνιστές: Καμία οργάνωση δεν φαίνεται να κυριαρχεί. Εκτός και αν μετρήσουμε και την ίδια την Ρωσική κυβέρνηση, μέρος της οποίας έχει καταληφθεί τελείως. Το βιογραφικό του πρόσφατα συλληφθέντα Βλαντιμίρ Νικολάγεφ είναι συνηθισμένο: μέλος της πολιτικής παράταξης του Ρώσου Προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν, δήμαρχος του Βλαντιβοστόκ, και ιδιοκτήτης μιας αυτοκρατορίας θαλασσινών, κρεάτων και επιχειρήσεων επεξεργασίας ξυλείας. Πήρε τη θέση του δημάρχου όταν ο αντίπαλός του «σκόνταψε» σε μια χειροβομβίδα που είχαν αφήσει έξω από το γραφείο του. 



Ιδιαιτερότητες: Ανελέητοι. Οι Ρώσοι είναι διατεθειμένοι να κυνηγήσουν δημοσιογράφους, αστυνομία και ανώτερους υπαλλήλους, σε τέτοιο σημείο που θα έκανε άλλα συνδικάτα να αηδιάσουν. Η δολοφονία του Άντρεϊ Κοζλόφ, κορυφαίου αντιπροσώπου της Κεντρικής Ρωσικής Τράπεζας και πολέμιου της διαφθοράς, το Σεπτέμβριο του 2006, ήταν μια ξεκάθαρη δήλωση ότι η Ρωσική Συμμορία δεν θα αναγκαστεί από κανέναν να αποσυρθεί. 



Τι επιφυλάσσει το μέλλον: Ψηλά! Οι λόρδοι του Ρωσικού εγκλήματος απομακρύνονται από τους περιορισμούς της μαύρης αγοράς και αναλαμβάνουν νόμιμες επιχειρήσεις, όπως χημικά εργοστάσια, λιμάνια και τράπεζες. Οι πυροβολισμοί έχουν σταματήσει, καθώς οι συμμορίες έχουν ενωθεί και έχουν πλέον επικεντρωθεί σε αφανείς διαπραγματεύσεις. Η παγκοσμιοποίηση είναι επίσης μέσα στα σχέδιά τους, με την βαριά Ρωσική παρουσία να επεκτείνεται στο Ισραήλ και την παραλία του Μπράιτον στη Νέα Υόρκη. 



3. Ιταλική Μαφία



Όταν μιλάμε για οργανωμένο έγκλημα, οι πρώτοι που μας έρχονται στο μυαλό είναι οι Ιταλοί. Με κατ' εκτίμηση εισοδήματα $50 δισεκατομμύρια το 2005, η Ιταλική μαφία, αν συγχωνευτεί, θα γίνει μια από τις μεγαλύτερες εταιρίες της Ιταλίας. 



Οι πρωταγωνιστές: Η Κόσα Νόστρα της Σικελίας είναι σίγουρα μια δύναμη που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας, καθώς κρατάει το νησί υπό την εξουσία της εδώ και δεκαετίες. Ωστόσο, η Ντρανγκέτα της Καλαβρίας έρχεται στο προσκήνιο σαν μια μεγαλύτερη, ισχυρότερη, πιο βάναυση και πιο παγκόσμια παρουσία. Τα 10,000 μέλη της βρίσκονται στο κέντρο του δικτύου διακίνησης ναρκωτικών, με διασυνδέσεις από την Κολομβία μέχρι τις Ευρωπαϊκές αγορές. 



Ιδιαιτερότητες: Ισχυρές τοπικές και οικογενειακές διασυνδέσεις. Η Κόσα Νόστρα είναι διάσημη για την επιβολή του omertà, -- κώδικας σιωπής -- στους ντόπιους πληθυσμούς, τους κυβερνητικούς υπαλλήλους, ακόμα και στην εκκλησία. Μαζί με άλλες οικογένειες της Μαφίας εκμεταλλεύονται φτωχές κοινότητες και σχεδόν φεουδαρχικές κοινωνίες, προκειμένου να διατηρήσουν την δύναμη και την επιρροή τους. 



Τι επιφυλάσσει το μέλλον: Μάχονται για την επιβίωσή τους. Η σύλληψη του Μπερνάντο Προβενζάνο, του αρχηγού τον αρχηγών, έξω από το Κορλεόνε, τον περασμένο Απρίλιο, ήταν για την Κόσα Νόστρα ένα θανατηφόρο χτύπημα. Αμέσως μετά, 24 νονοί συνελήφθησαν σε μια σειρά δραματικών επιθέσεων. Με τη διάλυση της αρχηγίας της Σισιλιανής Μαφίας, διαπιστώνεται η επιθετική στάση της κεντροαριστερής κυβέρνησης της Ιταλίας που σύντομα θα στρέψει την προσοχή της και προς την Ντραγκέτα και άλλες εγκληματικές οικογένειες. 



4. Μεξικάνικα Καρτέλ Ναρκωτικών



Τα αυξανόμενα απαγορευτικά μέτρα των Αμερικάνικων αρχών έβγαλαν τα Κολομβιανά καρτέλ έξω από το εμπόριο ναρκωτικών και οι διεφθαρμένες συμμορίες του Μεξικού έχουν αρχίσει να δείχνουν ενδιαφέρον προκειμένου να πάρουν τη θέση τους. 



Οι πρωταγωνιστές: Τα καρτέλ της Σινόλα και του Κόλπου έχουν επιχειρησιακούς συνδέσμους στην Αριζόνα και το Τέξας, αντίστοιχα. Η τρίτη μεγαλύτερη συμμορία που κινείται έξω από την Τιγουάνα, συναγωνίζεται μαζί τους για τα δικαιώματα να προμηθεύει στους Αμερικανούς χρήστες κοκαΐνη και μεταμφεταμίνες που φέρνει μέχρι και από τη Κίνα. Οι αρχηγοί και των τριών καρτέλ βρίσκονται στη φυλακή, αλλά οι οργανώσεις τους συνεχίζουν τη δράση τους σύμφωνα με τις δολοφονικές τους μεθόδους. 



Ιδιαιτερότητες: Ροπή προς τα πολυμέσα. Τα καρτέλ μπλέχτηκαν πρόσφατα σε έναν σφοδρό πόλεμο με το νόμο, και οι εκτελέσεις και οι βασανισμοί, μέσω των οποίων πολεμούν, έχουν γίνει το θέμα πολυάριθμων μουσικών βίντεο, που δημοσιεύθηκαν στο YouTube από μέλη της συμμορίας. Όταν ένα βίντεο δεν έχει να πει αρκετά, τα μέλη της συμμορίας κουνάνε με μένος τα αποκεφαλισμένα κεφάλια των εχθρών σαν προειδοποίηση. 



Τι επιφυλάσσει το μέλλον: Πάντως όχι προς την άνοδο. Ο Μεξικανός Πρόεδρος Φελίπε Καλντερόν έχει μεταφέρει ολόκληρη τη στρατιωτική δύναμη του Μεξικού για να συγκρατήσει τις συμμορίες. Δημιούργησε ακόμα μια ειδική ομάδα καταδρομέων που παίρνουν διαταγές άμεσα από τον ίδιο. Αλλά τα ναρκωτικά εξακολουθούν να ρέουν και τα πτώματα να συσσωρεύονται. Μόνο για φέτος, τα καρτέλ έχουν σκοτώσει μέχρι στιγμής πάνω από 1,000 ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων υψηλά ιστάμενων προσώπων. Παράλληλα, η έκταση της συμμορίας απλώνεται μέχρι το Περού και την Κεντρική Αφρική. 



5. Ιταλο-αμερικάνικη Μαφία



Παρόλη την εκθειασμένη φήμη της, η Αμερικάνικη εκδοχή της Κόσα Νόστρα είναι πλέον ένα νωθρό ομοίωμα του παλαιού εαυτού της. Κάποτε ήταν μια πανεθνική παρουσία, σήμερα όμως η έκταση της είναι περιορισμένη στη Νέα Υόρκη και το Σικάγο. 



Οι πρωταγωνιστές: Τώρα κανείς. Ο υποψήφιος πρόεδρος της Αμερικής Ρούντι Τζουλιάνι και ο Γραμματέας Ασφαλείας Μάικλ Τσέρτοφ έγιναν γνωστοί από τις δημοφιλείς δίκες για τους κορυφαίους νονούς, στις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Σήμερα, οι «Πέντε Οικογένειες» της Νέας Υόρκης – Γκαμπίνο, Γενοβέσε, Λουτσέσε, Κολόμπο και Μπονάνο – εξακολουθούν να δρουν στη Νέα Υόρκη. Αλλά μετά από δεκαετίες ανελέητων διώξεων, κανείς πλέον δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμος. 



Ιδιαιτερότητες: Απιστία. Ύστερα από την υποκλοπή τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, ο ομοσπονδιακός νόμος RICO (Racketeer Influenced and Corrupt Organizations Act = Νομοθετική Πράξη για Εκβιαστές Επηρεασμένων και Διεφθαρμένων Οργανώσεων) των Ηνωμένων Πολιτειών έδωσε στον εισαγγελέα ένα ευρύ έδαφος για να απειλήσει ομοίως αρχηγούς και στρατιώτες. Αντιμετωπίζοντας πολλά χρόνια φυλακής, εκατοντάδες άντρες εγκατέλειψαν τη δέσμευση με τη omertà και κατέθεσαν υπέρ της πολιτείας. Τα νεότερα μέλη απέφυγαν το χαμηλό προφίλ και την οικογενειακή πίστη των προκατόχων τους, υπονομεύοντας την αποτελεσματικότητα των οικογενειών από μέσα. 



Τι επιφυλάσσει το μέλλον: Ενδεχομένως, στην έλλειψη και την τελική εξαφάνιση. Η συμμορία μπορεί ακόμα να κερδίζει χρήματα από τις διεφθαρμένες ενώσεις, την κατασκευαστική βιομηχανία, το τζόγο, τα ναρκωτικά και τα εκβιαστικά δάνεια. Αλλά η ζωή δεν έχει πλέον την αίγλη που είχε κάποτε, και είναι πιο πιθανό από ποτέ να οδηγηθούν σε ένα βίαιο τέλος. Ωστόσο, κάποιοι ειδικοί ανησυχούν ότι μια αλλαγή κατεύθυνσης στις προτεραιότητες επιβολής του νόμου μακριά από τη μαφία μπορεί να οδηγήσει σε μια αναγέννηση. 



Πηγή: Foreign Policy 

ΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η έναρξη της 10ετίας του 1990 καθορίζεται από σημαντικά ιστορικά γεγονότα, με αιχμή την ανατροπή των σοσιαλιστικών καθεστώτων, την προσωρινή υποχώρηση των κατακτήσεων του σοσιαλισμού παγκόσμια, την ένταση της επιθετικότητας του ιμπεριαλισμού, τη διάλυση ή το διαμελισμό κρατών, την αύξηση της φτώχειας, τη ραγδαία εξάπλωση της μετανάστευσης για οικονομικούς ή πολιτικούς λόγους. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων με την παράλληλη υποχώρηση των αγωνιστικών και συλλογικών αξιών έναντι της ατομικότητας και του ανταγωνισμού για το κέρδος είχε σαν αναγκαίο αποτέλεσμα την αύξηση της εγκληματικότητας, είτε αυτή εκδηλώνεται σε ατομικό επίπεδο είτε σε επίπεδο οργανωμένου εγκλήματος είτε σε εθνικό είτε σε διεθνές επίπεδο.
Το φαινόμενο αυτό, που -ακόμα περισσότερο στις ημέρες μας- δεν αφήνει αδιάφορους τους κάθε λογής επιστήμονες, γίνεται αντικείμενο προσέγγισης μέσα από μια μεταφυσική, αποσπασματική, αλλά κυρίως (κεφαλαιοκρατική) ταξική αντίληψη περί δικαίου, κράτους δικαίου, νομιμότητας, περί εγκληματικής προσωπικότητας, τιμωρίας και πάντα μέσα από μια εσφαλμένη μεθοδολογία αναζήτησης των αιτίων του, όπου προτάσσεται η ανάδειξη των βιολογικών παραγόντων, απέναντι στους κοινωνικούς, ως κύριων αιτίων της εγκληματικότητας.
Αυτός ακριβώς ο προσανατολισμός για βιολογικοποίηση ενός κοινωνικού φαινόμενου δημιούργησε την αναγκαιότητα του συγκεκριμένου άρθρου. Φυσικά, το θέμα αυτό καθ’ αυτό απαιτεί εκτεταμένη μελέτη. Ομως, λόγω της -για αντικειμενικούς λόγους- καθορισμένης έκτασης των άρθρων της έκδοσης, δεν υπάρχουν περιθώρια πλήρους ανάπτυξης και άρα θα επιχειρηθεί μια εκτεταμένη περίληψη της κατά το δυνατό σφαιρικής θεώρησης ενός τόσο σύνθετου και πολύπλοκου θέματος.
Θα επιχειρηθεί μια περιληπτική ανάλυση με σκοπό να αποδειχθεί η κοινωνική ρίζα των παραγόντων που κατατείνουν στη γέννηση και ανάπτυξη του φαινομένου της εγκληματικότητας. Ακόμα θα γίνει προσπάθεια να αποκαλυφθεί η σκοπιμότητα της βιολογικής προσέγγισης, η οποία γίνεται ιδεολογικοπολιτικό όπλο της αντίδρασης, προκειμένου να συγκαλύπτονταιή να διαστρεβλώνονται οι πολιτικο-οικονομικο-κοινωνικοί όροι δημιουργίας, ανάπτυξης και έντασης της εγκληματικότητας και η απόκρυψη των ταξικών αντιθέσεων αλλά και της ταξικής πάλης ως μοχλού εξέλιξης της κοινωνίας.

Α. ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ - Ο ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ
ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ

 Ο ποινικός νόμος (ελληνικός ποινικός κώδικας που τέθηκε σε ισχύ το έτος 1950 μετά την κύρωσή του με το άρθρο μόνο του ν. 1492/17/17/Αυγούστου 1950) ορίζει ότι: ΕΓΚΛΗΜΑ είναι πράξη άδικη και καταλογιστή στο δράστη της, η οποία τιμωρείται από το νόμο. (άρθρο 14 Π.Κ.)
Παράλληλα, ως ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ, σε μια ευρεία έννοια, νοείται τόσο το άτομο το οποίο διέπραξε ένα μόνο έγκλημα κατά τη διάρκεια της ζωής του, όσο και εκείνο που διέπραξε μια πληθώρα εγκλημάτων[1].

Η ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ

 Καθώς η παρούσα προσπάθεια θα επιδιώξει να προσεγγίσει από την πλευρά της μαρξιστικής ανάλυσης το φαινόμενο της εγκληματικότητας και των κοινωνικο-οικονομικών όρων δημιουργίας της, είναι αναγκαίο να τονίσουμε τρία κύρια στοιχεία του φαινομένου: α) την πράξη (άδικη), β) το υποκείμενο της πράξης, δηλαδή τον εγκληματία (με καταλογισμό) και γ) το νόμο (το δίκαιο), ο οποίος περιγράφει την πράξη, ως άδικη και την τιμωρεί.
Τα τρία παραπάνω στοιχεία: πράξη - εγκληματίας - νόμος, ερευνώνται με βάση τη μεταξύ τους διαλεκτική σχέση και αλληλοσύνδεση και την αλληλεπίδρασή τους με τον κοινωνικο-οικονομικό σχηματισμό, δηλαδή σε ένα ιστορικά διαμορφωμένο επίπεδο παραγωγικών δυνάμεων, στο οποίο αντιστοιχούν συγκεκριμένες σχέσεις παραγωγής, συγκεκριμένα ήθη, ηθική, φιλοσοφία, συγκεκριμένο νομικο-πολιτικό εποικοδόμημα.
Στην αλληλοσύνδεση των στοιχείων «πράξη-εγκληματίας-νόμος» και κατά τη διαδικασία της νομοθετικής ρύθμισης προηγείται χρονολογικά η περιγραφή της πράξης, η οποία στην κατ’ επανάληψη εκδήλωσή της «ενοχλεί» τους θεσπισμένους, ισχύοντες κανόνες δικαίου και για τούτο ο νόμος περιγράφει τη συγκεκριμένη πράξη ως έγκλημα[2]. Εν συνεχεία θεσπίζεται η τιμωρία της πράξης μέσα από την τιμωρία του υποκειμένου της, που χαρακτηρίζεται ως εγκληματίας.    
Ως πράξη, στην αστική ποινική σκέψη και πρακτική, νοείται η ΕΚΟΥΣΙΑ συμπεριφορά (η συμπεριφορά η οποία ρυθμίζεται σε ανώτερο επίπεδο, στην κοινωνική πρακτική αποτελεί εκδήλωση του ψυχισμού, της ψυχικής ανάπτυξης του ατόμου, η οποία καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις αντικειμενικές κοινωνικές συνθήκες ύπαρξης, είναι δηλαδή μια φυσικο-ιστορική διαδικασία)του δράστη, που επιφέρει ή παρακωλύει μεταβολή στον εξωτερικό κόσμο και είναι αντίθετη προς την επιταγή ή την απαγόρευση του νόμου.
Στην ιστορική διαδρομή των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών αυτό που ορίζεται σαν άδικη πράξη κατά τη συγκεκριμένη περίοδο ενός κοινωνικού συστήματος οργάνωσης της παραγωγής, δεν ισχύει απαραίτητα σε ένα άλλο διαφορετικό σύστημα. Στα διάφορα κοινωνικοοικονομικά συστήματα (πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα, δουλοκτητική κοινωνία, φεουδαρχικό σύστημα, καπιταλισμός) ο ποινικός νόμος είτε εμπλουτιζόταν με νέες άδικες πράξεις είτε τα προβλεπόμενα αδικήματα υφίσταντο τροποποιήσεις προς το αυστηρότερο ή το επιεικέστερο είτε ακόμα καταργούνταν, αφήνοντας θέση για θέσπιση νέων αδικημάτων. Για παράδειγμα στην πρωτόγονη κοινωνία, με το δεδομένο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και την αντίστοιχη απουσία κάθε δυνατότητας ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, ήταν αδύνατο να καταγραφούν, να περιγραφούν από το νόμο και να τιμωρηθούν πράξεις κλοπής, ληστείας, φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, μοιχείας κλπ.
Στη δουλοκτητική κοινωνία η δουλεία ή η θανάτωση του δούλου και της μοιχαλίδας δε συνιστούσαν άδικη πράξη. Αργότερα η κλοπή, η μοιχεία, η ανθρωποκτονία για οικονομικές διαφορές ή από ερωτικό πάθος, η ακούσια απαγωγή γυναικών εμπλουτίζουν τον κατάλογο των προβλεπόμενων και τιμωρούμενων πράξεων[3].
Κατά το μεσαίωνα, στο φεουδαρχικό σύστημα παραγωγής, όπου η φιλοσοφική βάση των επιστημών ήταν το γαιοκεντρικό σύστημα, οποιαδήποτε επιστημονική ή άλλη άποψη διατάρασσε την πίστη περί ακινησίας της γης, άρα και της «αιωνιότητας» των επί της γης θεοκρατικών πολιτικών εξουσιών, ήταν τιμωρητέα από το νομοθετικό σύστημα ως πράξη μαγείας, έργο του σατανά και τιμωρούνταν με φρικτές ποινές (θάνατο στην πυρά, θανατηφόρα βασανιστήρια, απαγχονισμό, διαμελισμό σώματος κλπ.).
Στο αστικό καπιταλιστικό σύστημα, η δουλεία (πλήρης ιδιοκτησία και εξουσία ενός ανθρώπου πάνω σε άλλον) θεωρείται άδικη πράξη (ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στην πραγματικότητα υφίσταται αλλά με διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά, π.χ. δουλεμπόριο λαθρομεταναστών, μαζική σωματεμπορία, παιδική πορνεία και αποτελεί την 3η σε μέγεθος και τη 2η σε ταχύτητα αναπτυσσόμενη επικερδή δραστηριότητα), ενώ η συγκεκριμένη άδικη πράξη αποτελούσε την κυρίαρχη σχέση ιδιοκτησίας, σχέση παραγωγής στην αρχαία δουλοκτητική κοινωνία.
Στο δίκαιο των καπιταλιστικών κρατών για πολλά χρόνια η μοιχεία ως τιμωρούμενη πράξη αφορούσε μόνο τη γυναίκα και όχι τον άντρα. Ακόμη υπάρχουν κράτη που το δίκαιό τους δεν προστατεύει και δεν τιμωρεί πράξεις σωματικού ακρωτηριασμού, π.χ. κλειτοριδεκτομής. Σήμερα η μοιχεία έχει απαλειφθεί από την ποινική νομοθεσία πολλών κρατών.
Η τοξικοεξάρτηση σε εργατικές δυνάμεις εμφανίζεται με την αυγή της βιομηχανικής κοινωνίας, το 19ο αιώνα, όταν το αγγλικό προλεταριάτο εργάζεται κάτω από απάνθρωπες συνθήκες και με εξοντωτικό ωράριο στα εργοστάσια των καπιταλιστών, οπότε για να κατασιγάσει τον ψυχικό και σωματικό πόνο και τη διέγερση από την εξοντωτική εργασία, παραδίνεται στη χρήση οπίου. Το όπιο η Αγγλία το εισήγαγε από τις αποικίες της (Ινδία) και στη συνέχεια το εξήγαγε στην Κίνα, προκειμένου να κάνει από την Κίνα εισαγωγή τσαγιού, χωρίς να σπαταλήσει γι’ αυτή την εισαγωγή συνάλλαγμα. Με τον τρόπο αυτό, διεξάγοντας τον «πόλεμο του οπίου», κατακυρίευσε μια ολόκληρη χώρα, χαρίζοντάς της εκατομμύρια οπιομανών. Πριν από τη βιομηχανική εποχή της καπιταλιστικής κοινωνικής παραγωγής, η τοξικοεξάρτηση σαν κοινωνικό φαινόμενο και το σύστημα των διατάξεων περί απαγόρευσης της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών (ναρκωτικά) δεν μπορούσε να υφίσταται στον ποινικό νόμο των φεουδαρχικών ή προγενέστερων κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών.
Ομοια, οι διατάξεις περί ηλεκτρονικού εγκλήματος αντανακλούν εγκληματικότητα συνδεδεμένη με το σημερινό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, που δεν υπήρχε σε προηγούμενη περίοδο ή προγενέστερα κοινωνικοοικονομικά συστήματα.
Επιπλέον η σωφρονιστική πρακτική του Μεσαίωνα που επέβαλλε την άσκηση σωματικών βασάνων ως τιμωρητικό και ποινικό σωφρονισμό έχει καταργηθεί και σήμερα με ρητές διατάξεις απαγορεύεται η χρήση βασάνων, όμως στην πράξη σε αρκετές περιπτώσεις βάσανοι χρησιμοποιούνται για να αποσπασθούν ομολογίες από υπόδικους.
«Στις εκμεταλλευτικές κοινωνίες κάποιοι από τους στοιχειώδεις κανόνες συμβίωσης αποκτούν τη μορφή νόμου, όπως για παράδειγμα οι διατάξεις για την ανθρωποκτονία, τις σωματικές βλάβες κ.ά. Αυτές οι νομικές διατάξεις έχουν μεν ως στόχο τους την ασφάλεια της άρχουσας τάξης, αλλά είναι αναγκαίες και για τη σχετικά ομαλή κοινωνική συμβίωση, η οποία βεβαίως γίνεται με τους όρους του υπάρχοντος κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού (καπιταλισμός) και με την προϋπόθεση ότι θα συμβάλουν στη διατήρησή του και αναπαραγωγή του.
Ωστόσο η απόλυτη εφαρμογή τέτοιων νομικών κανόνων είναι αδύνατη, αφού οι κοινωνικές συνθήκες δημιουργούν το έδαφος για την παραβίασή τους»[4].
Οσον αφορά τον ορισμό της πράξης ως «ΕΚΟΥΣΙΑΣ συμπεριφοράς του δράστη», οφείλουμε να προβληματιστούμε για την επίδραση που ασκούν οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες στη διαμόρφωση προσωπικότητας, της ταξικής συνείδησης και της εν γένει κοινωνικής συμπεριφοράς ενός ατόμου. Από αυτή την άποψη υπάρχει η ατομική ευθύνη που διαμορφώνεται μέσα σε ιστορικά δοσμένα κοινωνικά πλαίσια.
Στην πραγματικότητα ο χαρακτηρισμός, από την αστική διανόηση, της άδικης πράξης ως ΕΚΟΥΣΙΑΣ, δηλαδή ως ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ, αυτόβουλης και αβίαστης, εγκληματικής συμπεριφοράς του δράστη, δεν ανταποκρίνεται στην αντικειμενική πραγματικότητα.
Στο έδαφος της καπιταλιστικής ταξικής κοινωνίας η ελευθερία του ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής είναι αυτή που προστατεύεται από το πλέγμα των νομικών διατάξεων και είναι ισχυρότερη από την ελευθερία του μισθωτού εργάτη. «Η ελευθερία του ενός σταματά εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου» (βλ. Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη της Γαλλικής Επανάστασης), άρα η τυπική ελευθερία του εκμεταλλευόμενου σταματά εκεί όπου αρχίζει η ουσιαστική ελευθερία του εκμεταλλευτή του. Συνεπώς είναι αδιανόητη η παραδοχή ύπαρξης ελευθερίας της βούλησης και εκδήλωσης εκούσιας συμπεριφοράς, υπό την έννοια της ελεύθερης και αβίαστης από κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες, δράσης, πολύ περισσότερο που στις συγκεκριμένες συνθήκες ολόκληρη τάξη ανθρώπων, η εργατική τάξη, καταπιέζεται, χειραγωγείται και υποδουλώνεται από την άρχουσα αστική τάξη, βιώνοντας ένα καθεστώς απόλυτης ουσιαστικά ανελευθερίας.
Πραγματικά, πόσο ελεύθεροι είναι οι εργάτες να διεκδικήσουν από τα χέρια του ιδιοκτήτη-εκμεταλλευτή τους την αφαίρεση των εργαλείων και των μηχανημάτων του εργοστασίου του και εν συνεχεία την κοινωνικοποίησή τους, ώστε αυτά να ανήκουν σε αυτούς που τα χειρίζονται και παράγουν το προϊόν, χωρίς να θεωρηθούν παραβάτες της κάθε φορά ισχύουσας ποινικής νομοθεσίας και χωρίς να τιμωρηθούν είτε ως στασιαστές είτε ως ληστές είτε ως συμμορίτες, υπεξαιρέτες κλπ.;
Είναι αδιανόητο να συζητούμε περί ελευθερίας σε συνθήκες κοινωνικής καπιταλιστικής ανελευθερίας. Η έννοια της ελευθερίας είναι συμβατή μόνο με την έννοια και τις συνθήκες του κομμουνισμού. Στην κομμουνιστική αταξική κοινωνία, τότε μόνο μπορούν να υπάρξουν συνθήκες ελευθερίας, διότι «μόνο στην κομμουνιστική κοινωνία, όταν η αντίσταση των καπιταλιστών θα έχει τσακιστεί οριστικά, όταν θα έχουν εξαφανιστεί οι καπιταλιστές, όταν δεν θα υπάρχουν τάξεις (δηλαδή δεν θα υπάρχουν διακρίσεις ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας ως προς τη σχέση τους με τα κοινωνικά μέσα παραγωγής) μόνον τότε εξαφανίζεται το κράτος και μπορούμε να μιλάμε για ελευθερία... για τον απλούστατο λόγο ότι οι άνθρωποι απολυτρωμένοι από την καπιταλιστική δουλεία από τις αναρίθμητες φρικαλεότητες, αγριότητες, παραλογισμούς και αισχρότητες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης θα συνηθίσουν σιγά-σιγά να τηρούν τους στοιχειώδεις κανόνες συμβίωσης που είναι γνωστοί από αιώνες και επαναλαμβάνονται εδώ και χιλιάδες χρόνια σε όλους τους κώδικες, να τους τηρούν δίχως βία, δίχως καταναγκασμό, δίχως υποταγή, δίχως τον ειδικό μηχανισμό καταναγκασμού που λέγεται κράτος»[5].

ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ - Ο ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

 Είναι γνωστά τα στερεότυπα: «ο άνθρωπος δεν αλλάζει», «το έγκλημα είναι στη φύση του ανθρώπου», «ο εγκληματίας γεννιέται» κλπ. Στην πραγματικότητα όμως δεν υπάρχει κάποια αναλλοίωτη εξω-ιστορική «φύση» του ανθρώπου που του δόθηκε προίκα από τη φύση. Η ανθρώπινη κοινωνία περνά από διάφορα στάδια ανάπτυξης και μαζί της αναπτύσσεται και η ανθρώπινη συνείδηση.
Και καθώς το κοινωνικό είναι προσδιορίζει εν τέλει τα περιθώρια ανάπτυξης των ψυχικών δραστηριοτήτων και την ατομική συνείδηση, προσδιορίζει και το πλαίσιο των επί μέρους πράξεων του ατόμου, ώστε η μελέτη του φαινομένου να επιβάλλει την προσέγγιση του ανθρώπου και της δραστηριότητάς του απέναντι στο νόμο (δίκαιο), μέσα στις ιστορικο-κοινωνικές συνθήκες της ζωής του.
Ο μαρξιστής ιστορικός Γιάννης Κορδάτος, στο βιβλίο του με τίτλο «Εισαγωγή εις την νομικήν επιστήμην» αναπτύσσει τις εξής σκέψεις: «Η ιδέα της αδικίας και συνεπώς και της τιμωρίας του αδικούντος δεν εμφανίζονται με την πρώτην - την πρωτόγονον-κοινωνίαν του ανθρώπου. Κατά την περίοδον ταύτην, με το να μην υπάρχη ούτε στα κινητά πράγματα ούτε στα ακίνητα ατομική ιδιοκτησία, δεν ήτο δυνατόν να γίνη αφαίρεσις ξένης ιδιοκτησίας, προσβολής της τιμής του άλλου και αφαίρεσις της ζωής του πλησίον. Αι τοιαύται πράξεις ή παραλείψεις αρχίζουν να εμφανίζωνται, ως διατάραξις της κοινωνικής συμβιώσεως από της εποχής, κατά την οποίαν διεσπάσθη η οργάνωσις του γένους και ήρχισε να επικρατεί ο νέος θεσμός της ατομικής ιδιοκτησίας… Οταν επήλθεν εντός των πρωτογόνων κοινωνικών οργανώσεων (γένους, φυλής, πατριάς) ανατροπή των όρων της κοινοβιακής ισότητος και εντεύθεν εδημιουργήθησαν αι κοινωνικαί ανισότητες, ο άνθρωπος, ως άτομον αναλόγως της θέσεώς του μέσα εις την κοινωνίαν, ήρχισε να ρέπη προς την αδικίαν. Δηλαδή ήρχισε να παραβαίνη τας μέχρι τούδε ισχυούσας κοινωνικάς εντολάς και να ιδιοποιήται ωρισμένα αντικείμενα ανήκοντα εις την πατριάν του ή εις άλλους… Παραλλήλως, δε, προς την περαιτέρω ανάπτυξιν και επέκτασιν του θεσμού της ατομικής ιδιοκτησίας, εγεννήθη και ισχυροποιήθη και το ατομικιστικόν αίσθημα: «τούτο είναι δικό μου». Επειδή δε, δεν υπήρχεν αφθονία αγαθών, εκείνοι οι οποίοι δι΄ οιονδήποτε λόγον δεν ηδύναντο να αποκτήσουν τοιαύτα, ήρχισαν, δια της αρπαγής ή της κλοπής, τα αγαθά τα οποία δεν ανήκον εις αυτούς να τα κάμνουν «δικά των»… Οταν δε αργότερον εις ωρισμένας περιφερείας το ιερατείον είχεν εξαιρετικήν εξουσίαν εις χείρας του, δια των υπό τύπον θεϊκής εντολής θεσπιζομένων ποινικού περιεχομένου θεσμών, πρωτίστως επροστάτευεν τα προνόμια και τα δικαιώματά του ως και τα προνόμια και δικαιώματα των ευγενών.
Συνεπώς μετά τη διάλυσιν του γένους και της πατριάς, οι θεσμοί οι περιέχοντες ποινικάς κυρώσεις ως δικαιολογητικήν των βάσιν είχον το δίκαιον του ισχυρότερου…»[6].
Η ιστορία δείχνει ότι τελικά ο τρόπος παραγωγής των προϊόντων καθορίζει την οργάνωση της κοινωνικής ζωής, την ταξική συγκρότηση της κοινωνίας, τις πολιτικές, νομικές, ηθικές και άλλες αντιλήψεις και τους αντίστοιχους θεσμούς. Στο πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα, όπου κυριαρχούσε η κοινοκτημοσύνη στα μέσα παραγωγής, δεν υπήρχαν τάξεις ούτε εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Με την εμφάνιση της ατομικής παραγωγής και της ατομικής ιδιοκτησίας η κοινωνία χωρίζεται σε τάξεις και ανάμεσα στους ανθρώπους διαμορφώνονται σχέσεις εκμετάλλευσης, κυριαρχίας και υποταγής. Οι άνθρωποι βιώνουν την αντίστοιχη κοινωνική αδικία και συγκροτούν τη συνείδησή τους ανάλογα με την πραγματικότητα που βιώνουν, με έναν όχι απόλυτο τρόπο, βεβαίως, αλλά στη βάση της διαλεκτικής σύνδεσης και αλληλεπίδρασης των δύο στοιχείων (κοινωνία -συνείδηση - κοινωνία). Η κοινωνική αδικία, γίνεται προσπάθεια από την άρχουσα τάξη, να συνειδητοποιείται σαν κάτι αυτονόητο, επιβεβλημένο, αμετάβλητο, νομοτελειακό.
Στο καπιταλιστικό σύστημα η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής είναι το υπέρτατο δικαίωμα και ο βασικός παράγοντας της κοινωνικής αδικίας, η οποία εδράζεται στην εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης από τον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής με την απόσπαση και ιδιοποίηση ενός μέρους του παραγόμενου προϊόντος. Ο εργαζόμενος αποξενώνεται από το προϊόν που παράγει, δεν του ανήκει, παρά λαμβάνει μισθό, ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν αντιστοιχεί στην αξία των προϊόντων που έχει παραγάγει.
Η άφθονη παραγωγή κοινωνικού πλούτου από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, από τη μια και η αποστέρηση των εργαζομένων από τoν πλούτο που οι ίδιοι κάτω από σκληρές και πολλές φορές απάνθρωπες συνθήκες παράγουν, από την άλλη, συνιστούν τη σημαντικότερη αντίθεση, η οποία ευνοεί τη διαδικασία γέννησης του εγκληματικού φαινομένου σε ατομικό επίπεδο. Αυτή η αντίθεση εκλύει μεγάλες ποσότητες αντίδρασης, που συχνά φθάνει στην παραβίαση έννομων αγαθών, δηλαδή σε παράνομες πράξεις, όπως αυτές περιγράφονται στον ποινικό νόμο, ο οποίος μεριμνά στην προκειμένη περίπτωση για την κατασίγαση των αντιθέσεων που βρίσκονται στην υλική βάση της ζωής των ανθρώπων της συγκεκριμένης ταξικής κοινωνίας και που σαφώς προστατεύει τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Ο κλέφτης, ο ληστής, ο υπεξαιρέτης, ο φθορέας ξένης ιδιοκτησίας, δε θα υπήρχαν αν δεν υπήρχε η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής που χαρακτηρίζει την κοινωνική δομή στην οποία ζουν, αλλά την οποία ιδιοκτησία στερούνται οι ίδιοι. Ο εγκληματίας δημιουργείται, κατασκευάζεται μέσα από μια κοινωνική διαδικασία, όπου οι υπέρτατες αξίες της ατομικής ιδιοκτησίας και της δίψας για πλούτο υπερτερούν της αξίας της ανθρώπινης ζωής. Το καπιταλιστικό κέρδος, που εξασφαλίζεται με την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης και διευρύνεται με το μοίρασμα των αγορών με πολέμους, με κατασπατάληση των φυσικών πόρων, με καταστροφή του περιβάλλοντος, είναι ανώτερο από την ανθρώπινη ζωή.
Στο καπιταλιστικό σύστημα οι αξίες της ατομικής ιδιοκτησίας, του ανταγωνισμού, η καπιταλιστική ηθική (σαν μορφή κοινωνικής συνείδησης) είναι εγκληματογόνες και ταυτόχρονα εγκληματικές, αφού συνιστούν παράγοντες που προκαλούν το έγκλημα και ταυτόχρονα στοιχειοθετούν οι ίδιες έγκλημα, διότι είναι άδικες. Σε συνθήκες αδυσώπητης ανταγωνιστικότητας, την οποία ο άνθρωπος όχι μόνο βιώνει αλλά και προσλαμβάνει ως οικονομική, κοινωνική αξία ήδη από το δημοτικό σχολείο, ως μέσο για να εξασφαλίσει ακόμη και τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματά του (το δικαίωμα στην εργασία, στην εκπαίδευση, στην υγεία, στην κοινωνική πρόνοια κλπ.), σε συνθήκες κοινωνικής αδικίας και ανισότητας, όπου η συσσώρευση του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου συγκεντρώνεται σε όλο και λιγότερα χέρια, όπου η καπιταλιστική σχέση συχνά τον αποκλείει από την κοινωνική εργασία (ανεργία κλπ.), οι πιο ευάλωτες συνειδήσεις θα αντιδράσουν ακόμα και με εγκληματική συμπεριφορά, προκειμένου να αποκτήσουν αυτό που άδικα στερούνται.
Και όσο μεγαλύτερη είναι η διαφορά ανάμεσα στον πλούτο των λίγων και τη φτώχεια των πολλών, τόσο πιο εύφορο γίνεται το κοινωνικό έδαφος να φιλοξενήσει αφ’ ενός μεν συγκρούσεις και αντιθέσεις ανάμεσα στα κοινωνικά άτομα, αφ’ ετέρου δε ανάμεσα στην κρατική εξουσία της εκμεταλλεύτριας αστικής τάξης με τους μηχανισμούς επιβολής της και την εργατική τάξη, στην οποία ανήκουν οι εκμεταλλευόμενοι.
Δεν είναι τυχαίο που τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας ή περιουσίας, π.χ. οι κλοπές και η βαρύτερη μορφή τους, οι ληστείες, οι υπεξαιρέσεις αυξάνουν στις εγκληματολογικές στατιστικές χρόνο με το χρόνο, όσο συγκεντρώνεται το κεφάλαιο και απλώνεται η φτώχεια. Σε καμία περίπτωση δεν υπονοείται ευθυγράμμιση της φτώχειας με την εγκληματικότητα, υπό την έννοια «όπου φτωχός εκεί και εγκληματίας». Εξάλλου η Ιστορία των επαναστάσεων του 20ού αιώνα απέδειξε ότι τα επαναστατικά κινήματα και τις επαναστάσεις τις έκαναν «της γης οι κολασμένοι». Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι η εγκληματική παρέκκλιση, από τις πιο ευάλωτες προσωπικότητες, ευνοείται στο έδαφος της φτώχειας. Εξάλλου στην τάξη των καπιταλιστών υπάρχουν άλλοι τρόποι για να πετύχουν μεγέθυνση του ατομικού τους πλούτου (γάμοι συμφέροντος, ίντριγκες, τεχνητή πρόκληση εξαγοράς μετοχικών μεριδίων κ.ά.).
Η ύπαρξη του οργανωμένου εγκλήματος, που δρα με την υποστήριξη του καπιταλιστικού κράτους (περιπτώσεις νόμιμης καλλιέργειας και εμπορίας ναρκωτικών ουσιών από κράτη, π.χ. Αφγανιστάν κλπ.) και που οργιάζει σε τομείς όπως λόγου χάρη η μαζική εκμετάλλευση γυναικών, η παιδική πορνεία, το λαθρεμπόριο και η διακίνηση ναρκωτικών, το λαθρεμπόριο όπλων κ.ά., είναι ένας σοβαρός παράγοντας δημιουργίας και διατήρησης ενός μεγάλου πληθυσμού ποινικών παραβατών, διαβαθμιζόμενου από τους πλέον στυγερούς εγκληματίες μέχρι τους μικρο-εγκληματίες, που αποτελούν και τους εμφανείς δράστες, μιας και οι αρχηγοί παραμένουν ασύλληπτοι και εμπλεκόμενοι με μηχανισμούς και θεσμούς του επίσημου κράτους.
Η σχέση των μηχανισμών καταστολής, ελέγχου και ποινικού σωφρονισμού με το κύκλωμα παράνομης εμπορίας διευκολύνει τη δημιουργία και ανάπτυξη του οργανωμένου εγκλήματος.
Με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στον καπιταλισμό η εμπορευματοποίηση επεκτείνεται σε παλιές μορφές εγκληματικής δραστηριότητας (πορνεία, δουλεμπόριο), αλλά και σε νέες (εμπόριο ζωτικών οργάνων). Το καπιταλιστικό δίκαιο νομιμοποιεί λοιπόν οικονομικές δραστηριότητες, οι οποίες -στην ουσία τους- είναι εγκληματικές και είναι ικανές να διαμορφώσουν αντικοινωνικές συμπεριφορές.
«Πάνω στην ταξική αντίθεση οικοδομούνται μια σειρά παράγωγες αντιθέσεις και στάσεις ζωής που αναπαράγουν παραβατικές συμπεριφορές»[7].
Ο καπιταλισμός λοιπόν πάνω στην οικονομική του βάση διαμορφώνει το δικό του σύστημα αξιών, κανόνων δικαίου, νόμων με βάση τους οποίους οι παραβάτες τιμωρούνται και από την άλλη διαμορφώνει και τους παραβάτες, οι οποίοι θα παραβιάσουν τους κανόνες δικαίου και νόμους και θα τιμωρηθούν. Δημιουργεί με τον τρόπο αυτό σύμπτωση δύο ιδιοτήτων στο ίδιο πρόσωπο, ένα είδος ταύτισης ενεργητικού και παθητικού υποκειμένου, του θύτη και του κοινωνικού θύματος.
Η ταξική πάλη, η αντίθεση ανάμεσα στους εργαζόμενους (που δρουν για την ικανοποίηση εργατικών αιτημάτων, για την κοινωνική απελευθέρωσή τους και την κατάκτηση της εξουσίας) και στους κεφαλαιοκράτες που εμφανίζονται ως οι «εργοδότες» (που επιδιώκουν τη διατήρηση της «τάξης» της κοινωνικής ανισότητας και την αύξηση των κερδών τους με τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης), η βασική κοινωνική αντίθεση «κεφάλαιο-εργασία» είναι ο παράγοντας που νομοτελειακά προκαλεί την αναγκαιότητα στην ισχύουσα πολιτική εξουσία να αναγάγει σε έγκλημα τη δραστηριότητα αυτή και μάλιστα συγκεκριμένες μορφές της και στη συνέχεια να την τιμωρήσει.
Η συνειδητοποίηση από την εργατική τάξη της εκμετάλλευσης την οποία υφίσταται, μπορεί να ελευθερώσει τις ανάλογες συλλογικές δυνάμεις οργάνωσης του αγώνα. Ετσι στο συλλογικό επίπεδο οι πρωτοπόρες δυνάμεις οργανώνονται και στη διαδικασία διεκδίκησης των αιτημάτων τους, επιλέγοντας πρόσφορες για το σκοπό τους μορφές πάλης, έρχονται αντιμέτωπες με την αστική νομιμότητα που αναγάγει σε έγκλημα τις πιο ώριμες μορφές της ταξικής πάλης. Για παράδειγμα, στην περίπτωση κατά την οποία εκφράζεται άρνηση των εργαζομένων να εφαρμόσουν τις δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες κατ’ εξακολούθηση και με σκανδαλώδη ομοιομορφία (δικαστική τακτική της τελευταίας 10ετίας, τουλάχιστον, στη χώρα μας) κηρύσσουν, μετά από αίτηση των εργοδοτών, τις απεργιακές κινητοποιήσεις τους ως παράνομες και καταχρηστικές, η συγκεκριμένη άρνηση διατυπώνεται στον ποινικό νόμο ως «απείθεια», θεωρείται παράνομη και επισύρει ποινικό κολασμό, είναι δηλαδή αδίκημα που πρέπει να τιμωρηθεί.
Οι αγώνες των μαθητών, των αγροτών, των μισθωτών απεργών, με το πρόσχημα της παράβασης ποινικών διατάξεων (παρακώλυση συγκοινωνιών, διατάραξη οικιακής ειρήνης, διατάραξη κοινής ειρήνης κλπ.) κατατάσσονται στα εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου, καταγράφοντας την ανάγκη της καπιταλιστικής κρατικής εξουσίας για ποινικοποίηση κάθε κοινωνικού αγώνα.
Μονάχα με την εξάλειψη των τρόπων παραγωγής, που στηρίζονται στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, με την εξάλειψη των τάξεων, με την επικράτηση του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής, αλλάζει ριζικά όλος ο τρόπος ζωής της κοινωνίας, διαλύονται οι εκμεταλλεύτριες τάξεις, καταργείται η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο δημιουργείται η βάση να εδραιωθούν οι νέες πολιτικές νομικές αντιλήψεις και θεσμοί, ο νέος άνθρωπος[8].
Η εγκαθίδρυση και λειτουργία των σοσιαλιστικών κρατών προσφέρει ικανό υλικό για να προβληματιστούμε πάνω στις προηγηθείσες σκέψεις, περί του τρόπου παραγωγής σαν καθοριστικού παράγοντα εκδήλωσης αντιθέσεων και εγκληματικότητας. Κατά τη διάρκεια της εξουσίας των σοβιέτ, στη Σοβιετική Ενωση και τις λαϊκές δημοκρατίες, με το μετασχηματισμό της κοινωνίας πάνω στη βάση της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, με την εξάλειψη της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, οι άνθρωποι άρχισαν να χάνουν βαθμιαία την ατομική συνείδηση ιδιοκτησίας. Σιγά-σιγά αναπτυσσόταν η συνείδηση του κοινωνικού ιδιοκτήτη, αν και όχι χωρίς προβλήματα και πισωγυρίσματα που είχαν τη βάση τους στην εξέλιξη που έπαιρνε η ατομική σχέση με τη χρήση γης κλπ. Οσο κέρδιζε έδαφος η οργάνωση της σοσιαλιστικής παραγωγής στη βάση της κοινωνικής ιδιοκτησίας και του κεντρικού σχεδιασμού της κοινωνικής παραγωγής, αναπτυσσόταν η συνείδηση της συλλογικότητας, το πνεύμα της αλληλοβοήθειας, παρ’ όλο που οι επιβιώσεις των ηθών του ιδιοκτήτη ήταν αισθητές για πολύ καιρό. Τα ποσοστά της εγκληματικότητας είχαν ελαχιστοποιηθεί και το έγκλημα δεν έβρισκε εύκολα κοινωνικές αιτίες για να στηριχθεί και να εκδηλωθεί. Οταν οι νέες σοσιαλιστικές σχέσεις έχασαν τη δυναμική τους στην πάλη με τις παλιές σχέσεις, λόγω θεωρητικών και πολιτικών ελλείψεων και λαθών, τότε εμφανίστηκε νέα εγκληματική συμπεριφορά. Μετά την ανατροπή των σοσιαλιστικών καθεστώτων και την εγκαθίδρυση - παλινόρθωση του εκμεταλλευτικού συστήματος, της ατομικής ιδιοκτησίας, του ανταγωνισμού και όλων των ηθικών αξιών, εμφανίζεται σε ένα αξιοσημείωτα γοργό διάστημα και κατά έναν αξιοπρόσεκτα βίαιο τρόπο, ολόκληρη σχεδόν η γκάμα της εγκληματικότητας, όπως αυτή εκδηλώνονταν και εκδηλώνεται στα ήδη υπάρχοντα καπιταλιστικά κράτη, με ένταση μάλιστα των βαρύτερων μορφών εγκλήματος, είτε του κοινού είτε του οργανωμένου εγκλήματος, που εμφανίζεται διαπλεκόμενο με τη νέα άρχουσα αστική τάξη των πρώην σοσιαλιστικών χωρών[9].

Β. ΤΟ ΡΕΥΜΑ ΤΟΥ ΒΙΟΛΟΓΙΣΜΟΥ 
ΓΙΑ ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

 Στα μέσα του 19ου αιώνα, ο ιταλός στρατιωτικός γιατρός Τσέζαρε Λομπρόζο (θεμελιωτής της εγκληματολογίας) κατηύθυνε τις εγκληματολογικές του έρευνες στη θεμελίωση του βιολογικού στοιχείου ως καθοριστικού παράγοντα της εγκληματικής πράξης ή της εγκληματικής προδιάθεσης, μελετώντας κρανία σκοτωμένων στρατιωτών στα πεδία μάχης. Στη συνέχεια όμως επιστήμονες ερεύνησαν και ανέδειξαν αιτίες κοινωνικές, οικονομικές, περιβαλλοντικές, κλιματολογικές, χωροταξικές κλπ.
Τα επιστημονικά συμπεράσματα αποδυνάμωναν όλο και περισσότερο τη βιολογική εξήγηση της εγκληματικότητας. Κέρδιζε έδαφος η επιστημονική προσέγγιση που αναδείκνυε τις κοινωνικές αιτίες της εγκληματικότητας και ιδιαίτερα την προτεραιότητα των οικονομικών σχέσεων στη διαμόρφωση των άλλων κοινωνικών σχέσεων, πάνω στις οποίες κρίνεται η ατομική συμπεριφορά. Προς την κατεύθυνση αυτή μεγάλη υπήρξε η προσφορά των κοινωνικών επιστημόνων, νομικών, εγκληματολόγων ιατρών, εκπαιδευτικών, κοινωνιολόγων της Σοβιετικής Ενωσης και των άλλων σοσιαλιστικών κρατών.
Η μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση και το κράτος των σοβιέτ, με την εγκαθίδρυση της εργατικής-λαϊκής εξουσίας έδωσε μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη της μαρξιστικής υλιστικής θεωρίας και την εφαρμογή της στις κοινωνικές επιστήμες και την έρευνα των σχετικών κοινωνικών φαινομένων. Σε αυτή τη βάση αναπτύχθηκε μια ολοκληρωμένη διαλεκτική, ιστορική υλιστική θεώρηση της εγκληματικότητας, πέρα από επιμέρους και αποσπασματικές προσεγγίσεις, οι οποίες ερευνούν το φαινόμενο με κριτήρια θερμικά, κλιματολογικά, χωροταξικά, οικολογικά, ψυχολογικά κλπ.
Μέσα από σκληρή ιδεολογική πάλη για τη θεωρητική γενίκευση των ερευνητικών επιστημονικών ευρημάτων το προβάδισμα ανήκει πλέον για πολλές δεκαετίες στην κοινωνική αιτιολόγηση της εγκληματικότητας, χωρίς όμως να της αναγνωρίζεται από την αστική σκέψη η ουσία της: η ταξική διαφοροποίηση της κοινωνίας που πηγάζει από την ταξική της διάρθρωση.
Για παράδειγμα, στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (PARIS 2), στις αρχές της 10ετίας του 1970, ως βασικό μάθημα της εγκληματολογικής κοινωνιολογίας διδάσκονταν στους μεταπτυχιακούς φοιτητές η «ηθολογία», μια σχετικά νέα, τότε ακόμα, «επιστήμη». Με υποκριτική προσήλωση στη Δαρβινική θεωρία (προοδευτικό προσωπείο των πανεπιστημιακών παραδόσεων) της φυσικής επιλογής, διαστρέφονταν η επιστημονική θεωρία του Δαρβίνου για την εξέλιξη των ειδών και επιχειρείτο να ταυτισθεί η προέλευση της ανθρώπινης κοινωνικής δομής και της ισχύουσας κοινωνικής ιεραρχίας, δηλαδή της καπιταλιστικής ταξικής διάρθρωσης, με τις δομές διαφόρων ειδών του ζωικού κόσμου, όπου ανιχνεύονταν ο ανταγωνισμός, ο καταμερισμός εργασίας κλπ. Η προσπάθεια ήταν να εξηγηθούν φαινόμενα παρέκκλισης (π.χ. αιμομιξία) είτε στην κοινωνία των ανθρώπων είτε στη ζωική «κοινωνία» (όπως λανθασμένα την αποκαλούν και την ταυτίζουν με την ανθρώπινη διάφοροι αστοί επιστήμονες), σε συνδυασμό με την αλληλεπίδραση της ειδικής γονιδιακής συγκρότησης των ανθρώπων ή των ζώων και του περιβάλλοντος. Αλλά, όπως έγραφε ο Ενγκελς για τη θεωρία της εξέλιξης: «η όλη δαρβινική θεωρία του “αγώνα για την ύπαρξη” απλά μεταφέρει από την κοινωνία στη ζωντανή φύση το δόγμα του HOBBES“bellumomniumcontraomnes” (πόλεμος όλων εναντίον όλων) και το αστικό οικονομικό δόγμα του ανταγωνισμού…», ενώ σε άλλο σημείο αναφέρει ότι «η ουσιώδης διαφορά μεταξύ ανθρώπινης και ζωικής κοινωνίας συνίσταται στο ότι τα ζώα συλλέγουνενώ οι άνθρωποι παράγουν. Αυτή η μοναδική, αλλά βασική διαφορά αποκλείει την απλή μεταφορά των νόμων των ζωικών κοινωνιών σε ανθρώπινες κοινωνίες»[10].
Και παρά το ότι η επιλογή του πεδίου έρευνας και η κατεύθυνση της έρευνας έχουν ταξικό ιδεολογικό προσανατολισμό της τάξης που βρίσκεται στην εξουσία (επομένως κυριαρχεί και ιδεολογικά), εν τούτοις η ανάπτυξη των κοινωνικών επιστημών στα χρόνια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, η επίδραση του συσχετισμού δυνάμεων σ’ ένα τμήμα της επιστημονικής διανόησης των καπιταλιστικών κοινωνιών, επέδρασε στην ισχυροποίηση κοινωνικής προσέγγισης της εγκληματικότητας.
Ωστόσο πριν την έναρξη της διαδικασίας της ανατροπής των σοσιαλιστικών καθεστώτων είχε ήδη δρομολογηθεί η υπονόμευση της επιστημονικότητας και των κατακτήσεων της επαναστατικής μαρξιστικής σκέψης. Μέσα από τα διεθνή συνέδρια και τις διαλέξεις επιστημόνων «αντιφρονούντων», οι οποίοι προέρχονταν από κράτη σοσιαλιστικά, άρχισε το φάντασμα του Λομπρόζο να διαγράφεται με ευκρίνεια στο επιστημονικο-ερευνητικό στερέωμα, πρώτα στις ΗΠΑ και στη συνέχεια στις ευρωπαϊκές χώρες. Είναι το χρονικό σημείο, όπου άρχισαν να προκαλούνται ρίγη στον προοδευτικό επιστημονικό κόσμο από την αποκρουστική επανάληψη του συμπεράσματος του Τσέζαρε Λομπρόζο, ότι ο Γάλλος επαναστάτης Ζαν Πωλ Μαρά ήταν προδιαγεγραμμένα εγκληματίας, επειδή ήταν δύσμορφος, για τούτο ανέπτυξε και τη συγκεκριμένη δράση κατά τη Γαλλική Επανάσταση.
Ετσι, στη συγκεκριμένη περίοδο οπισθοδρόμησης της επιστημονικής σκέψης, χρόνο με το χρόνο η χρηματοδότηση από μεγάλα καπιταλιστικά συγκροτήματα (GENERALMOTORS κλπ.) ερευνών με προσανατολισμό την βιολογική εξήγηση της εγκληματικότητας και ιδιαίτερα στα φαινόμενα βίας, καταλαμβάνει εξέχουσα θέση. Και στις μέρες μας η βιολογική προσέγγιση αναβιώνει και τείνει να κυριαρχήσει στην εξήγηση του κοινωνικού φαινομένου της εγκληματικότητας.
Η βιολογική προσέγγιση και εξήγηση των κοινωνικών φαινομένων, όπως η εγκληματικότητα, εμφανίστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, οπότε σημειώθηκε πρόοδος στην επιστήμη της βιολογίας. Εκτοτε ανθούν ιδεαλιστικές αντιλήψεις και βιολογικές - νατουραλιστικές απόψεις που συνδέονται με το χυδαίο υλισμό. Αντιλήψεις όπως του «κοινωνικού δαρβινισμού» ή της «κοινωνιοβιολογίας» αρνούνται το οικονομικό υπόβαθρο των κοινωνικών σχέσεων και την επίδρασή τους στην ατομική συνείδηση και συμπεριφορά.
Οι αστοί επιστήμονες με τη μέθοδο του αναγωγισμού προσπαθούν να εξηγήσουν ανώτερες μορφές κίνησης της ύλης, ανάγοντάς τες στις κατώτερες μορφές κίνησης (π.χ. την κοινωνική μορφή κίνησης της ύλης, που είναι η ανώτερη μορφή κίνησης, την εξηγούν ανάγοντάς την στη βιολογική, τη βιολογική στη χημική κλπ.). Αλλά όπως σημειώνει ο Μιχάλης Μιχαήλ στο άρθρο του «Τι σημαίνει διαλεχτική-υλιστική ψυχολογία»[11] «ο αναγωγισμός είναι μια πληγή της σύγχρονης επιστήμης και αναδεικνύεται σε ένα είδος γονιδιακού φετιχισμού, φετιχισμού του DNA», ακόμα και αν έχει αποδειχθεί πλέον ότι και αυτός ο γενετικός κώδικας, που εκλαμβάνεται σαν καθοριστικός και αμετάβλητος παράγοντας του εγκληματικού υποκειμένου, δεν είναι αμετάβλητος και αναλλοίωτος.
Ο άνθρωπος είναι ον κοινωνικό, είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεών του. Οι βιολογικές αλλαγές κατά την ανθρωπογένεση - κοινωνιογένεση απαίτησαν εκατομμύρια χρόνια και πραγματοποιήθηκαν στη βάση της εργασιακής δραστηριότητας και στη διαμόρφωση του ανθρώπινου χεριού. Παράλληλα η συνεργασία και η ανάγκη επικοινωνίας κατά την κοινή παραγωγική δραστηριότητα οδήγησαν νομοτελειακά στην τροποποίηση της δομής του ανθρώπινου εγκεφάλου με τη συμπλήρωση των μηχανισμών της νευρικής δραστηριότητας των ζώων από τους μηχανισμούς του δεύτερου συστήματος σήμανσης (γλώσσας) που αναπτύχθηκαν. Η φύση του ανθρώπου άλλαξε και έγινε κοινωνική. Χωρίς κοινωνική ζωή τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά δεν μπορούν να αναπτυχθούν και ο άνθρωπος παραμένει στη ζωώδη κατάσταση[12].
Συνεπώς το να αποδίδεται η κοινωνική δραστηριότητα των ανθρώπων σε βιολογικά χαρακτηριστικά αποτελεί καθαρή αυθαιρεσία. Αρκετοί αστοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι η κοινωνική δραστηριότητα εξαρτάται από τα βιολογικά χαρακτηριστικά και τις ανθρωπολογικές ιδιότητες του ατόμου. Μερικοί ισχυρίζονται ότι ακόμη και οι ταξικές ανισότητες, ο ρατσισμός, η κοινωνική ιεραρχία και οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί προσδιορίζονται γενετικά. Θεωρούν ότι οι βιολογικοί παράγοντες είναι το κύριο στον προσδιορισμό όχι μόνο της συμπεριφοράς του ατόμου, αλλά και μεγάλων ομάδων και φυλών.[13]
Πίσω όμως από τη θεωρία του βιολογισμού γίνεται προσπάθεια να συγκαλυφθεί η πάλη των τάξεων και οι ταξικές αντιθέσεις που παράγουν αντίστοιχα φαινόμενα. Ετσι συγκαλύπτεται ότι η βιολογική οντότητα του ανθρώπου μετουσιώνεται στην κοινωνική του οντότητα. Ακόμα και αυτή η αισθητήρια αντίληψή του είναι προϊόν όχι μόνο της βιολογικής, αλλά και της κοινωνικής ανάπτυξης.
Για τους αστούς κοινωνιολόγους τα μέσα παραγωγής και η σχέση των ανθρώπων προς τα μέσα παραγωγής δεν έχουν καμιά σημασία στην αλληλεπενέργεια των ανθρώπων. Αυτό το «καθάρισμα» των κοινωνικών σχέσεων από την ύλη που τις βαραίνει από το πραγματικό τους περιεχόμενο, η απόρριψη της αντικειμενικής αιτιότητας των κοινωνικών φαινομένων, υπήρξε εξάλλου και η βάση της θεωρίας της ψυχολογικής αιτιολόγησης των κοινωνικών φαινομένων[14].
Στο βιβλίο του «Η Διαλεχτική της Φύσης» ο Ενγκελς αντικρούει με ζήλο τις θεωρίες της βιολογικοποίησης των κοινωνικών νόμων. Αποδεικνύει ότι τα κοινωνικά φαινόμενα δεν μπορούν να ερμηνευθούν με απλή αναγωγή των βιολογικών νόμων στην ανθρώπινη κοινωνία, στην οποία η παραγωγική δραστηριότητα, η εργασία, αποτελεί τον ιδιαίτερο χαρακτηριστικό παράγοντα. Τα φυσιολογικά φαινόμενα είναι αναγκαία αλλά όχι επαρκή για τη γνώση της ζωής και της φύσης του ανθρώπου. Και σύμφωνα με όσα προειπώθηκαν, η ουσιώδης διαφορά μεταξύ ανθρώπινης και ζωικής κοινωνίας συνίσταται στο ότι τα ζώα συλλέγουν, ενώ οι άνθρωποι παράγουν. Αυτή η μοναδική αλλά βασική διαφορά αποκλείει την απλή μεταφορά των φυσικών νόμων στις ανθρώπινες κοινωνίες.
Παράλληλα ο Μαρξ με τη φράση του «μεταβάλλοντας την εξωτερική του φύση με την εργασία του, ο άνθρωπος αλλάζει τη δική του φύση...» προσδιόριζε την ενότητα και αλληλεπίδραση βιολογικού και κοινωνικού.[15]
Ο ψυχισμός, η νόηση είναι ποιοτικά νέα και σύνθετα φαινόμενα που δεν ανάγονται στους βιολογικούς νόμους. Οι φυσικές προϋποθέσεις (φυσικές καταβολές, προδιάθεση, ειδικές ικανότητες ταλέντου κλπ.) ασκούν μιαν ορισμένη επίδραση στις ικανότητες και το χαρακτήρα του ατόμου, που διαμορφώνονται στη διάρκεια της εργασιακής δραστηριότητας μέσα σε ορισμένες ταξικές συνθήκες οικονομικές, κοινωνικές. Ο ψυχισμός μορφώνεται και αναπτύσσεται μέσα στην πράξη, κάτω από την επίδραση κοινωνικών παραγόντων. Μέσα στην εργασία, τη δράση, τη μελέτη, την επικοινωνία γίνεται η βιολογική τελείωση του ανθρώπου, υποχωρεί η βιολογική και προβαδίζει η κοινωνική νομοτέλεια, όπως δείχνουν οι εργασίες των σοβιετικών ψυχολόγων Vygotski, Rubinstein, Teplov, Ananiev κ.ά.
Οι απόπειρες μεταφοράς βιολογικών αναλογιών στην ανάλυση κοινωνικών φαινομένων οδηγούν συχνά στη διατύπωση αντιανθρώπινων φιλοσοφικών και πολιτικών ιδεών[16].

Γ. ΟΞΥΝΣΗ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ
ΝΕΟ ΠΕΔΙΟ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 η ανθρώπινη κοινωνική Ιστορία βιώνει κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, για πολλούς απροσδόκητες. Ενώ το λυκαυγές του 20ού αιώνα χαρακτηρίσθηκε σαν περίοδος κοινωνικών επαναστάσεων, λαϊκών κατακτήσεων και της κατάκτησης της εξουσίας από την εργατική τάξη, εν τούτοις, το λυκόφως του και η έναρξη του 21ου αιώνα προσδιορίζονται από τις αντεπαναστάσεις, την ανατροπή των σοσιαλιστικών καθεστώτων και την επέκταση του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος.
Οξύνθηκαν οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και διενέξεις, με αποτέλεσμα οι λαοί να σπαράσσονται από ιμπεριαλιστικούς, κατακτητικούς πολέμους, που αιτία έχουν το άνοιγμα νέων αγορών και την εκμετάλλευση πρώτων υλών και εργατικής δύναμης. Οξύνονται οι φυλετικές και θρησκευτικές διαφορές και αξιοποιούνται για τη διευκόλυνση της ιμπεριαλιστικής διείσδυσης σε χώρες ή ομοσπονδίες κρατών (Βαλκάνια, Μέση Ανατολή) με σκοπό το διαμελισμό των χωρών και τον επαναπροσδιορισμό των συνόρων των κρατών. Τα ισχυρά κεφαλαιοκρατικά κέντρα της καπιταλιστικής Ευρωπαϊκής Ενωσης και των ΗΠΑ ανταγωνίζονται σκληρά για την κυριαρχία πάνω στην παγκόσμια αγορά, ενώ την ίδια στιγμή συμμαχούν οι επιθετικές μηχανές τους στη διενέργεια των πολεμικών επιθέσεων.
Στο πλαίσιο αυτής της αιμοδιψούς καπιταλιστικής βαρβαρότητας διαλύονται κράτη, υποδουλώνονται λαοί, καταστρέφονται παραγωγικές δυνάμεις, εξαθλιώνεται η εργατική τάξη των κατακτημένων χωρών και υποβάλλεται σε αναγκαστική πολιτική και οικονομική μετανάστευση σε άλλες χώρες για αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής.
Ο πόνος και η δυστυχία γίνονται εμπόρευμα. Ο καπιταλισμός έχει τις δικές του αξίες και η υπέρτατη αξία του είναι το κέρδος, η εμπορευματοποίηση των πάντων.
Στο έδαφος του συγκεκριμένου «κοινωνικού είναι» αναπτύσσονται νέοι, κοινωνικά «άδικοι» νόμοι, π.χ. για τους μετανάστες στην Ελλάδα και νέο πεδίο εγκληματικότητας.
Η εγκληματικότητα αυξάνει με τη μορφή εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας σε συνδυασμό με βίαιες πράξεις, και κατά της ανθρώπινης ζωής.
Η οικονομική κρίση προκαλεί τη γενικότερη κρίση σε αντιλήψεις, ιδέες, ηθική σε όλο το εποικοδόμημα του καπιταλισμού.
Αστικοί θεσμοί, τους οποίους το σύστημα προσπαθεί να κρατά στο απυρόβλητο της κοινωνικής κριτικής, δεδομένου ότι αποτελούν πυλώνες διατήρησης της ζωής του, κλονίζονται από τα σκάνδαλα που αποκαλύπτονται. Σεξουαλικά όργια στους κόλπους της Εκκλησίας, οικονομικά σκάνδαλα στους κόλπους της δικαιοσύνης, διαφθορά της αστυνομίας, διαπλοκή της εκτελεστικής εξουσίας με μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, διαγράφουν το ζοφερό περιβάλλον μιας κοινωνικής - οικονομικής πραγματικότητας και μιας αντιδραστικής κρατικής εξουσίας. Το κράτος, προκειμένου να ελέγχει την εντεινόμενη εργατική και λαϊκή δυσαρέσκεια, εκσυγχρονίζει τους κατασταλτικούς μηχανισμούς.
Εμφανίζεται σαν αναγκαιότητα της διατήρησης της εξουσίας της αστικής τάξης η αυστηροποίηση του νομοθετικού πλαισίου και ο εμπλουτισμός του με νέα αδικήματα (άρα και με νέους «εγκληματίες»), που προβλέπουν και τιμωρούν νέες εγκληματικές συμπεριφορές, επικίνδυνες για την ασφάλεια και την «τάξη» της καθεστηκυίας εξουσίας. Είναι πρόσφατο γεγονός ο εμπλουτισμός του ποινικού νόμου, σε όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με διατάξεις περί τρομοκρατικών πράξεων, τόσο γενικά και αόριστα διατυπωμένες, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα να ερμηνευθεί π.χ. μια γενική απεργιακή κινητοποίηση εργαζομένων σε μεγάλες μονάδες παροχής ενέργειας, όπως λ.χ. η ηλεκτρική ενέργεια, σαν τρομοκρατική πράξη (ευρωτρομονόμος Ν. 3251/2004). Αφορμή-πρόσχημα υπήρξε η επίθεση στους δίδυμους πύργους του Μανχάταν, στις 11/9/2001, οπότε και υιοθετήθηκε παγκόσμια η αντιτρομοκρατική προπαγάνδα των ΗΠΑ, στο όνομα της οποίας νομιμοποιήθηκαν κρατικά εγκλήματα και ιμπεριαλιστικές πολεμικές επεμβάσεις κατά των λαών της Μέσης Ανατολής (Ιράκ, Αφγανιστάν) και επέλαση στα δημοκρατικά δικαιώματα και τις λαϊκές ελευθερίες των λαών.

Δ. ΚΡΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ-ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

 Στο έργο του «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους» ο Φρ. Ενγκελς κατέληγε ότι το κράτος είναι το προϊόν της κοινωνίας σε μια ορισμένη βαθμίδα εξέλιξης. Και ο Λένιν στο έργο του «Κράτος και επανάσταση», αναλύοντας τη σκέψη του Ενγκελς, σημείωνε: «το κράτος είναι προϊόν και εκδήλωση τωνανειρήνευτων ταξικών αντιθέσεων»[17]. Και σε άλλο σημείο στο ίδιο έργο του ο Λένιν, αναφερόμενος σε σκέψεις των Μαρξ και Ενγκελς, παραθέτει αποσπάσματα για το κράτος: «…επειδή το κράτος γεννήθηκε από την ανάγκη να χαλιναγωγούνται οι ταξικές αντιθέσεις και επειδή ταυτόχρονα γεννήθηκε μέσα στη σύγκρουση των τάξεων αυτών, είναι κατά γενικό κανόνα κράτος της πιο ισχυρής, οικονομικά κυρίαρχης τάξης, που με τη βοήθεια του κράτους γίνεται και πολιτικά κυρίαρχη τάξη και αποκτά έτσι νέα μέσα για την καθυπόταξη και την εκμετάλλευση της καταπιεζόμενης τάξης. Δεν ήταν μόνο το αρχαίο και το φεουδαρχικό κράτος όργανα εκμετάλλευσης των δούλων και των δουλοπάροικων, μα και το σημερινό αντιπροσωπευτικό κράτος είναι όργανο εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο»[18]. Και ακόμα σε άλλο σημείο του ίδιου έργου του Λένιν διατυπώνεται: «ειδικά όμως ο ιμπεριαλισμός, η εποχή του τραπεζικού κεφαλαίου, η εποχή των γιγάντιων καπιταλιστικών μονοπωλίων, η εποχή της μετεξέλιξης του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε κρατικο-μονοπωλιακό καπιταλισμό, δείχνει ένα ασυνήθιστο δυνάμωμα της “κρατικής μηχανής”, μια ανήκουστη αύξηση του υπαλληλοκρατικού και στρατιωτικού της μηχανισμού σε συνδυασμό με την ένταση των διώξεων του προλεταριάτου τόσο στις μοναρχικές όσο και στις πιο ελεύθερες δημοκρατικές χώρες»[19].
Αυτά γραφόντουσαν μεν από το Λένιν τον Αύγουστο - Σεπτέμβριο του 1917, σήμερα όμως διατηρούν μια νομοτελειακή επικαιρότητα, αν ρίξουμε μια ματιά στη ραγδαία ανάπτυξη της αστυνομικής-κρατικής καταστολής που χτυπάει με μανία κάθε εκδήλωση αμφισβήτησης και αντίστασης στην αστική εξουσία. Οι εργατικές κινητοποιήσεις, οι κινητοποιήσεις των συνταξιούχων σφραγίζονται από την επιθετικότητα των δυνάμεων των ΜΑΤ, όπου με απαγορευμένα -ακόμα και εν καιρώ πολέμου- ασφυξιογόνα και δακρυγόνα χημικά αέρια διαπράττουν κατά συρροή εγκλήματα κατά της σωματικής ακεραιότητας ειρηνικών διαδηλωτών, κατά των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών και κατά συνταγματικών θεμελιωδών αρχών. Το τεκμήριο της αθωότητας (είσαι αθώος, εκτός εάν αποδειχθεί το αντίθετο) στη πράξη αναιρείται από το τεκμήριο της ενοχής (είσαι ένοχος, εκτός εάν αποδειχθεί ότι είσαι αθώος), το απόρρητο των επικοινωνιών καταργήθηκε, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι περιορίζεται ή ασκείται υπό την παρακολούθηση εντεταλμένων μυστικών αστυνομικών ή ηλεκτρονικών μηχανισμών παρακολούθησης (σύστημα παρακολούθησης με ηλεκτρονικές κάμερες, C4i).
Η εξουσία της αστικής τάξης επιδιώκει να κρατά τους εργαζόμενους κοινωνικά και πολιτικά αδιάφορους, υποταγμένους, φοβισμένους, ώστε να μη φέρνουν αντιρρήσεις στην εφαρμογή αντιλαϊκών πολιτικών επιλογών.
Προσπαθεί να εξασφαλίσει την κοινωνική ανισότητα και την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης με την εξαπόλυση της κρατικής τρομοκρατίας, που καταγράφεται αδρά στις επιθέσεις των κατασταλτικών μηχανισμών ενάντια στο λαϊκό και εργατικό κίνημα, αλλά και με το αίσθημα του φόβου που ριζώνει στη συνείδηση της εργατικής τάξης μέσα από την απειλή και την καταπίεση της ανεργίας, μέσα από την εργοδοτική τρομοκρατία, την ανασφάλεια του χαμηλού μεροκάματου και του καθηλωμένου μισθού, την εξευτελιστική σύνταξη, την αδυναμία των εργαζομένων, του κάθε νέου να έχουν δωρεάν πρόσβαση στην υγεία και την παιδεία.
Αυτή η κρατική βία, η κρατική εγκληματικότητα, αυτή η τρομοκρατία των κατασταλτικών μηχανισμών, η ανασφάλεια και η εξαθλίωση ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος με τα εκατομμύρια θύματα, συχνά δε γίνονται στοιχεία ταξικής συνειδητοποίησης και ανάπτυξης μιας αγωνιστικής προσωπικότητας, αλλά στοιχεία αποσταθεροποίησής της που με το άγχος και την κατάθλιψη οδηγούν σε αυτοκτονία ή στη σχιζοφρένεια. Είναι φαινόμενα που δεν καταγράφονται στις εγκληματολογικές στατιστικές και το καπιταλιστικό εποικοδόμημα νομιμοποιεί και εξωραΐζει αυτά τα εγκλήματα που είναι τα πιο βαριά και τα πιο ειδεχθή, για να διαιωνίσει την εξουσία του συστήματος.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ

 Αυτές είναι οι συνθήκες που οδηγούν τους ανθρώπους στη παραβίαση κοινωνικών κανόνων που γεννούν, αλλά και αναπαράγουν την εγκληματικότητα, ως Λερναία Υδρα.
Συνεπώς, στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος δεν μπορεί να γίνει λόγος για εξαφάνιση του φαινομένου, για πρόληψη ή για θεραπεία του με την καταστολή.
Η σταδιακή μετάβαση από την απαίτηση για συνδρομή των αστυνομικών αρχών στην απαίτηση για δράση της ιδιωτικής αστυνομίας και εν συνεχεία στην ακραία μορφή πράξεων αυτοδικίας και ατομικού ξεκαθαρίσματος περιουσιακών ή άλλων διαφορών (βλ. πατροκτονίες, δολοφονίες για περιουσιακά θέματα, εγκλήματα ερωτικού πάθους κλπ.) είναι μια ακόμα απόδειξη της ανακύκλωσης του φαινομένου.
Η αντεγκληματική πολιτική που ασκείται στον καπιταλιστικό κόσμο είναι μια ουτοπική, προσχηματική και ιδεαλιστική πρακτική, η οποία μόνον ως διαχείριση των «αναπότρεπτων και μη αναστρέψιμων κακώς κειμένων» της κοινωνίας νοείται.
Και τα θεσμοθετημένα σωφρονιστικά μέτρα και σωφρονιστικά καταστήματα λειτουργούν σαν δεξαμενές παραγωγής νέων εγκληματιών, διότι αφενός δεν μπορεί να υπάρξει ανάλογο σύστημα κοινωνικής διαπαιδαγώγησης, αφετέρου δεν υπάρχει κοινωνική μέριμνα για κοινωνική ένταξη των αποφυλακισμένων.
Συνεπώς, η οποιαδήποτε συζήτηση ή δραστηριότητα από αστούς επιστήμονες για διαμόρφωση αντεγκληματικής πολιτικής στο πλαίσιο του καπιταλισμού είναι ανεδαφική και λειτουργεί σαν άλλοθι των αστικών κυβερνήσεων για τη συγκάλυψη των αιτιών της ύπαρξης και της ανάπτυξης του φαινομένου, αλλά και σαν στάχτη στα μάτια των εργαζομένων για να αποδεχτούν στο όνομα του πραγματικού προβλήματος της εγκληματικότητας την ενίσχυση των κατασταλτικών θεσμών και μηχανισμών και την αφαίρεση δημοκρατικών και πολιτικών δικαιωμάτων.
Καθήκον των εργαζομένων είναι η συλλογική δράση για την ανατροπή του κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, του καπιταλισμού που γεννά και αναπαράγει τις αιτίες της εγκληματικότητας και την εγκαθίδρυση του κομμουνισμού. Διότι «ξέρουμε πως η ριζική κοινωνική αιτία των εκτρόπων, που αποτελούν παράβαση των κανόνων συμβίωσης, είναι η εκμετάλλευση των μαζών, η φτώχια και η εξαθλίωσή τους. Με την εξάλειψη αυτής της βασικής αιτίας, τα έκτροπα θα αρχίσουν αναπόφευκτα να απονεκρώνονται»[20].

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 1. «Οι βασικές αρχές της μαρξιστικής Φιλοσοφίας», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
2. Φρ. Ενγκελς: «Η διαλεκτική της φύσης».
3. Ντήτερ Ντουμ: «Το άγχος στον καπιταλισμό», εκδ. «Πύλη», 1973.
4. Ζυλ Ντελέζ και Φέλιξ Γκουατάρι: «Καπιταλισμός και σχιζοφρένεια. Ο αντιοιδίπους», εκδ. «Ράππα».
5. Κουρτ Χάγκερ: «Η διαλεκτική της φύσης του Ενγκελς και η εποχή μας», εκδ. «Νέα Βιβλία», 1977.
6. Δ. Καλτσώνη: «Δίκαιο, κοινωνία, τάξεις», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
7. MauriceCornforth: «Κομμουνισμός και ανθρώπινες αξίες», εκδ. «Μνήμη», 1981.
8. Θρασύβουλος Κονταξής, Δ. Ν. Δικηγόρος: «Ο εκ πεποιθήσεως εγκληματίας», εκδ. «Νομική Βιβλιοθήκη».
9. MauriceCusson: «Σύγχρονη εγκληματολογία», εκδ. «Νομική Βιβλιοθήκη».
10. RichardLewontin: «Η βιολογία ως ιδεολογία», εκδ. «Συνάλμα», 2000.
11. JacquesLeaute: «Η ανθρώπινη βία», εκδ. «Νομική Βιβλιοθήκη».
12. Γιάννη Κορδάτου: «Εισαγωγή εις την Νομικήν Επιστήμην», εκδ. «Μπουκουμάνη».
13. Νίκου Νικολάου: «Μαρξισμός και Βιολογία - Ναρκωτικά», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
14. Δ. Καλτσώνη: «Το δικαστήριο από την πρωτόγονη κοινωνία στην αταξική», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
15. Μιχάλη Μιχαήλ: «Τι σημαίνει διαλεκτική-υλιστική ψυχολογία», άρθρο, «Θέματα Παιδείας», τ. 19-20, 2005, σελ. 103.
16. Β. Ι. Λένιν: «Κράτος και Επανάσταση», Απαντα, τ. 33, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
17. Φρ. Ενγκελς: «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
18. «Τετράδια Εγκληματικότητας» , εκδ. «Νομική Βιβλιοθήκη».
19. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Ινστιτούτο Φιλοσοφίας: «Η θεωρία του ιστορικού υλισμού», εκδ. «Γνώσεις».


* Η Ελένη Ζαφειρίου είναι δικηγόρος, μέλος της Ομάδας Δικαίου του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών.
[1]MauriceCusson: «Σύγχρονη Εγκληματολογία», εκδ. «ΣΥΝΑΛΜΑ», 2000.
[2] Εδώ με τον όρο έγκλημα νοούνται όλες οι άδικες πράξεις είτε είναι αδικήματα, δηλαδή άδικες πράξεις ελαφρότερης μορφής είτε εγκλήματα, δηλαδή άδικες πράξεις βαρύτερης μορφής.
[3] Η ανθρωποκτονία εξ αιτίας οικονομικών - περιουσιακών διαφορών κατακτά όλο και μεγαλύτερο έδαφος στον κατάλογο των τελουμένων εγκλημάτων και μάλιστα με τα χαρακτηριστικά μιας ακραίας αυτοδικίας, στην οποία καταλήγει ο δράστης, υπολαμβάνοντας το περιουσιακό του ατομικό δικαίωμα ως μεγαλύτερης αξίας από το δικαίωμα στην προστασία της ανθρώπινης ζωής.
[4] Δ. Καλτσώνη: «Το Δικαστήριο από την πρωτόγονη κοινωνία στην αταξική», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 186.
[5] Β. Ι. Λένιν: Απαντα, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 33, σελ. 89.
[6] Γιάννη Κορδάτου: «Εισαγωγή εις την νομικήν επιστήμην», εκδ. «Μπουκουμάνη», σελ. 151.
[7] Δ. Καλτσώνη: «Το Δικαστήριο από την πρωτόγονη κοινωνία στην αταξική», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 187.
[8] Βλ. σχετικά «Η θεωρία του ιστορικού υλισμού», εκδ. «Γνώσεις», σελ. 67.
[9] Βλ. σχετικά και Δ. Καλτσώνη: «Το Δικαστήριο από την πρωτόγονη κοινωνία στην αταξική», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 188.
[10] Φρ. Ενγκελς: «Διαλεκτική της Φύσης», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 284-285.
[11] Βλ. περιοδικό «Θέματα Παιδείας», τεύχος 19-20, 2005.
[12] Φρ. Ενγκελς: «Διαλεκτική της Φύσης», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 150-162.
[13] Μιχάλη Μιχαήλ: «Τι σημαίνει διαλεχτική - υλιστική ψυχολογία», περιοδικό «Θέματα Παιδείας», τεύχος 19-20,2005, σελ. 103.
[14] Βλ. σχετικά «Οι βασικές αρχές της μαρξιστικής Φιλοσοφίας», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή» 2005, σελ. 551.
[15] Βλ. σχετικά «Οι βασικές αρχές της μαρξιστικής Φιλοσοφίας», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή» 2005.
[16] Νίκου Νικολάου: «Μαρξισμός και Βιολογία - Ναρκωτικά», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 11.
[17] Β. Ι. Λένιν: Απαντα, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 33, σελ. 7.
[18] Β. Ι. Λένιν: Απαντα, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 33, σελ. 12-13.
[19] Β. Ι. Λένιν: Απαντα, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 33, σελ. 33.
[20] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, τόμος 33, σελ. 91.