LOU

Πέμπτη 30 Μαΐου 2019

Φροντίζοντας άτομα με ψυχική ασθένεια: χρήσιμες συμβουλές

Πολύ συχνά, οι άνθρωποι που επωμίζονται τη φροντίδα ενός ατόμου με ψυχική ασθένεια δυσκολεύονται εξαιρετικά στην καθημερινότητά τους. Ο σκοπός αυτού του κειμένου είναι να προσφέρει μερικές απλές συμβουλές προς τους φροντιστές, οι οποίοι συχνά απορροφημένοι στο να προσφέρουν, ξεχνάνε ότι χρειάζονται και οι ίδιοι φροντίδα.
Ξεκινώντας, είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι ο φροντιστής πρέπει να μάθει να δέχεται τον πάσχοντα από ψυχική νόσο όπως είναι στην παρούσα φάση, καθώς και να μάθει να ξεχωρίζει την ασθένεια από την υγιή πλευρά του πάσχοντα. Επιπλέον, το να φροντίζεις έναν ασθενή, δε σημαίνει ότι πρέπει να τον κάνεις και το κέντρο του κόσμου, θυσιάζοντας όλη την ενέργεια, το χρόνο και το χρήμα σε αυτόν/αυτήν. Ο φροντιστής πρέπει να θυμάται ότι εξαντλώντας τις δυνάμεις του, δε θα είναι σε θέση να προσφέρει τη φροντίδα που απαιτείται.

Χρήσιμες συμβουλές για τους φροντιστές.

  • Φροντίστε τη δική σας υγεία, σωματική και ψυχική. Διατηρώντας την υγεία σας σε καλή κατάσταση, θα είστε σε θέση να φροντίσετε το άτομο της οικογένειάς που απαιτεί τη φροντίδα σας. Μην αμελείτε να επισκέπτεστε το γιατρό σας όταν πρόκειται για ζητήματα της δικής σας υγείας.
  • Έχετε δικαίωμα σε μια ολοκληρωμένη ζωή, δηλ. προσπαθήστε να διατηρήσετε μια ισορροπία και ν’ ασχολείστε με πράγματα και δραστηριότητες που σας γεμίζουν. Μην εγκαταλείπετε τα χόμπυ σας και μη νιώθετε ενοχές γι αυτό.
  • Μάθετε ότι υπάρχει ένα όριο σε αυτό που μπορείτε να κάνετε. Μην αναλαμβάνετε τα πάντα εσείς, ενθαρρύνετε το άτομο που πάσχει από ψυχική ασθένεια ν’ αναλάβει κάποιες ευθύνες. Συχνά παρατηρούνται φαινόμενα εξάρτησης από άτομα με ψυχική ασθένεια, τα οποία εναποθέτουν κάθε φροντίδα σε τρίτους ακόμη κι όταν πρόκειται για το μπάνιο ή για το φαγητό τους. Είναι σημαντικό να υπάρχει ανάθεση ρόλων και να ξεκαθαρίζετε ότι χρειάζεστε κι εσείς χρόνο για τον εαυτό σας.
  • Μάθετε τι να περιμένετε από τον εαυτό σας και από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Αναγνωρίστε και αποδεχτείτε τα όριά σας καθώς και τα όρια όλων των μελών της οικογένειάς σας. Αναρωτηθείτε αν εσείς καθώς και οι υπόλοιποι στην οικογένεια αποδέχεστε πλήρως την ψυχική ασθένεια του ατόμου που φροντίζετε όπως επίσης και τι είδους υποστήριξη μπορείτε να προσφέρετε εσείς και τι οι υπόλοιποι.
  • Βάλτε όρια στις συμπεριφορές που είναι από εσάς μη αποδεκτές, επεξηγώντας ποιες θα είναι οι συνέπειες όταν τα όρια αυτά ξεπεραστούν.
  • Ζητήστε βοήθεια από την υπόλοιπη οικογένεια, το θεράποντα ψυχίατρο, από άλλους ειδικούς ψυχικής υγείας, από ομάδες ασθενών με ψυχική ασθένεια.
  • Μείνετε πληροφορημένοι. Ρωτήστε τους ειδικούς ψυχικής υγείας για όποια απορία έχετε, αναζητήστε πληροφορίες σ’ εγχειρίδια, στο διαδίκτυο.
  • Ζητήστε χρόνο για εσάς, φροντίστε να κάνετε κάποιο διάλειμμα, να βρείτε χρόνο για να κάνετε κάτι που σας αρέσει.
  • Προσπαθήστε να διατηρήσετε το καθημερινό σας πρόγραμμα όσο μπορείτε. Δε χρειάζεται ν’ αλλάξουν τα πάντα στην καθημερινότητά σας, διατηρήστε όσο μπορείτε το πρόγραμμά σας, ενθαρρύνοντας και το άτομο που πάσχει από ψυχική ασθένεια να υιοθετήσει το δικό του. Αποφύγετε να συζητάτε με όλα τα μέλη της οικογένειάς σας για την ψυχική ασθένεια, προσπαθήστε να διατηρήσετε τις ισορροπίες, μην επιτρέπετε στην ασθένεια να καταλαμβάνει κάθε σας συζήτηση.

Διαταραχή Διαγωγής: Τι είναι και πώς μπορούμε να βοηθήσουμε το παιδί;

πό τις πιο συχνές αιτίες παραπομπής παιδιών σε ειδικούς ψυχικής υγείας, αποτελούν τα προβλήματα συμπεριφοράς. Αυτά εκδηλώνονται σε διαφορετικές ηλικίες και φάσεις ζωής του παιδιού και συνήθως είναι οι εκπαιδευτικοί εκείνοι που πρώτοι επισημαίνουν το πρόβλημα και προτρέπουν τους γονείς να λάβουν τη συμβουλή ενός ψυχολόγου, για να μπορέσουν να βοηθήσουν το παιδί τους. Στα διάφορα διαγνωστικά κέντρα και στα κέντρα ψυχικής υγείας όπου παραπέμπονται τα παιδιά αυτά, συχνά ακούμε τη διάγνωση της Διαταραχής Διαγωγής.

Τι είναι η Διαταραχή Διαγωγής;


Η Διαταραχή Διαγωγής χαρακτηρίζεται από ένα επίμονο πρότυπο συμπεριφοράς σύμφωνα με το οποίο παραβιάζονται κοινωνικοί τύποι και κανόνες. Αυτό εκδηλώνεται κυρίως με επιθετικότητα σε ανθρώπους και ζώα και με άλλες παραβιάσεις όπως κλοπή ή καταστροφή ξένης περιουσίας. Πιο συγκεκριμένα, τα παιδιά με τη διαταραχή αυτή, μπορεί να εκφοβίζουν, να απειλούν, να κάνουν οπλοχρησία με οποιοδήποτε αντικείμενο θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για το σκοπό αυτό, να προβαίνουν σε διαρρήξεις, κλοπές μικροαντικειμένων, ληστείες, σε βανδαλισμούς στο σχολείο, σε αυτοκίνητα ή άλλους δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους. Επιπλέον, τα παιδιά αυτά φαίνεται να είναι ανυπάκουα και να παραβιάζουν τους οικογενειακούς κανόνες, με πιο προσφιλή πράξη, αυτή της παραμονής πολλές ώρες, ακόμα και ολόκληρης νύχτας εκτός σπιτιού χωρίς τη γονική άδεια. Ταυτόχρονα συχνές είναι και οι απουσίες από το σχολείο. Αποφυγή υποχρεώσεων, συχνά ψεύδη και εξαπάτηση για την εξασφάλιση αγαθών ή εύνοιας είναι επίσης τυπικές συμπεριφορές των παιδιών με Διαταραχή Διαγωγής.

Η Διαταραχή Διαγωγής εμφανίζεται κυρίως μετά τα 10 χρόνια της ζωής του παιδιού, μπορεί όμως κάποια χαρακτηριστικά της να εμφανιστούν και νωρίτερα κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας και να συνεχιστούν και μετά την ενηλικίωση με σοβαρές παραβιάσεις του νόμου.

Τα αίτια της Διαταραχής Διαγωγής.


Ως προς τα αίτια της διαταραχής, οι ερευνητές καταλήγουν ότι βιολογικοί παράγοντες αλληλεπιδρούν με οικογενειακούς και κοινωνικούς για την εμφάνιση των συμπτωμάτων, χωρίς όμως να μπορούν να προσδιορίσουν ή να συγκλίνουν στον ακριβή ρόλο των βιολογικών παραγόντων.

Φαίνεται επομένως, ότι την κυριότερη ευθύνη διατηρεί το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει και αναπτύσσεται το παιδί και συγκεκριμένα το είδος της επικοινωνίας, της αλληλεπίδρασης και των σχέσεων με τους γονείς. Παιδιά τα οποία μεγαλώνουν σε ένα απορριπτικό και βίαιο περιβάλλον, όπου υπάρχει έντονη παραμέληση των συναισθηματικών αλλά και σωματικών αναγκών τους, φαίνεται να έχουν περισσότερες πιθανότητες για την εμφάνιση επιθετικής και παραβιαστικής συμπεριφοράς. Επιπλέον, οι κακές συζυγικές σχέσεις, η ασυνέπεια και ασυμφωνία στον τρόπο διαπαιδαγώγησης του παιδιού, η απουσία στενών συναισθηματικών δεσμών αλλά και άλλες τραυματικές εμπειρίες μπορεί να οδηγήσουν στην εκδήλωση της διαταραχής. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για τον τρόπο με τον οποίο το παιδί εκδηλώνει την αντίδραση του σε όσα συμβαίνουν, ανακουφίζει το άγχος του και διατηρεί μια σταθερότητα, όταν όλα τα υπόλοιπα γύρω του χαρακτηρίζονται από αστάθεια.

Πως μπορούμε να βοηθήσουμε το παιδί;


Για την αντιμετώπιση της Διαταραχής Διαγωγής απαιτείται άμεση παρέμβαση ειδικού, ιδιαίτερα στα πρώιμα στάδια εμφάνισης της. Η παρέμβαση αυτή περιλαμβάνει ατομική θεραπεία του παιδιού, μέσω της οποία στοχεύουμε στην εκμάθηση κοινωνικών δεξιοτήτων, στην τροποποίηση των λανθασμένων τρόπων ερμηνείας των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων και στην κατανόηση των συνεπειών των πράξεων. Εκτός όμως από την δουλειά με το ίδιο το παιδί ακόμα πιο αποτελεσματική αποδεικνύεται η οικογενειακή θεραπεία. Θεωρώντας όχι μόνο ότι η βασική πηγή του προβλήματος είναι το οικογενειακό πλαίσιο, αλλά και ότι οι γονείς αποτελούν τα σημαντικότερα πρόσωπα στη ζωή του παιδιού, μέσω της οικογενειακής θεραπείας, στοχεύουμε στην αλλαγή των δυσλειτουργικών τρόπων επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης, στην κατανόηση των αιτιών του προβλήματος και στην ενεργοποίηση όλων των μελών για την επαναφορά της καλής ισορροπίας στην οικογένεια.

Το πιο σημαντικό όμως από όλα είναι η αποφυγή της στοχοποίησης του παιδιού και της αντιμετώπισής του ως “πρόβλημα”. Η συμπεριφορά ενός παιδιού με Διαταραχή Διαγωγής συχνά φέρνει τους ενηλίκους στα όρια τους, με αποτέλεσμα ο θυμός να είναι διάχυτος στη σχέση τους με το παιδί. Εύκολα λοιπόν αποδίδουν σε εκείνο το ρόλο του “κακού”, που συνεχώς ενοχλεί και όλοι προσπαθούν να αποφύγουν. Η αντιμετώπιση αυτή αν και αναμενόμενη και ως ένα σημείο θα λέγαμε λογική, δυσχεραίνει το πρόβλημα καθώς λειτουργώντας ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία, οδηγεί στα αντίθετα αποτελέσματα. Το παιδί εύκολα ανταποκρίνεται στο ρόλο του κακού και φροντίζει να εκπληρώσει τις προσδοκίες σε κάθε ευκαιρία. Για το λόγο αυτό, απαιτείται υπομονή και κατανόηση, αλλά κυρίως προσπάθεια να “δούμε” πίσω από τη συμπεριφορά του παιδιού, αυτό που εκείνο προσπαθεί να μας πει.

Τετάρτη 29 Μαΐου 2019

Η σημασία της διεκδικητικότητας: τί με εμποδίζει να διεκδικήσω τις ανάγκες μου και πώς μπορώ να το πετύχω;

Συχνά κάποιος μπορεί να έρθει σε μία κατάσταση δυσφορίας κατά την οποία να αισθανθεί πίεση από το περιβάλλον του καθώς και ότι χρειάζεται να δράσει για να ανατραπεί αυτό. Το άτομο μπορεί να νιώθει ότι δεν υπερασπίζεται τον εαυτό του επαρκώς ή βρίσκεται εκτεθειμένο ενώ θα μπορούσε με μία άλλη συμπεριφορά του αυτό να είχε αποτραπεί. Μπορεί να έχει το αίσθημα της παραβίασης, τόσο του προσωπικού χώρου και χρόνου, όσο και των προσωπικών του ορίων. Ακόμη, η ενδεχόμενη σκέψη για οριοθέτηση και προάσπιση του εαυτού μπορεί να εκλαμβάνεται από τον ίδιο ως παραβίαση ή επιθετικότητα προς τους άλλους.
Παράλληλα, μπορεί να υπάρχει δυσκολία να αρνηθεί κανείς κάτι, ή να αξιώσει μία καλύτερη συμπεριφορά προς το άτομό του αλλά και να αισθάνεται αμηχανία ή και άγχος όταν καλείται να εκφράσει τη γνώμη του, τα συναισθήματα ή τις ανάγκες του, ιδίως απέναντι σε άτομα που γίνονται αντιληπτά ως “άτομα κύρους”. Αμηχανία μπορεί να υπάρχει και όταν εκφράζονται σχόλια για τον ίδιο, κυρίως θετικά, ενώ το άτομο έχει την τάση αντί να ζητά να απαιτεί ή να επικρίνει αν δεν λάβει αυτό που θεωρεί ότι του “αξίζει”. Παραδόξως, υπάρχει μία στρεβλή ή ελλιπής αντίληψη σχετικά με το πόσο το ίδιο το άτομο αξίζει αλλά και αισθήματα αναξιότητας και αμφισβήτησης του εαυτού σε πολλά επίπεδα. Τέλος, το άτομο συνηθίζει να αναλαμβάνει τις ευθύνες των άλλων ως δικές του. 

Πώς προκύπτει όμως αυτό το έλλειμμα;

Συνήθως, το άτομο από τη μικρή του ηλικία έχει μάθει να εξυπηρετεί τις ανάγκες των άλλων ή να θεωρεί ότι οι δικές του ανάγκες είναι λιγότερο σημαντικές σε σχέση με εκείνες των άλλων. Ασφαλώς, αυτό δεν συμβαίνει απαραίτητα σε συνειδητό επίπεδο αλλά μέσα από ένα σύνολο συμπεριφορών που  οδηγούν το παιδί σε αυτό το συμπέρασμα. Για παράδειγμα, αν η μητέρα λέει στο παιδί “Πω,πω! Τί άσχημοι βαθμοί είναι αυτοί, ξέρεις πόσο στενοχωριέται η μαμά όταν δεν τα καταφέρνεις;” το παιδί δε θα μπει σε μία διαδικασία αναγνώρισης των προσωπικών επιθυμιών του σε σχέση με τους μαθησιακούς του στόχους, αλλά θα επιδιώκει να ευχαριστήσει τη μητέρα ακόμη και αν για το ίδιο είναι αδιάφορο το αρχικό αποτέλεσμα, δηλαδή η επιτυχία στα μαθήματα. Αναλογικά, αυτό μπορεί να πάρει διαστάσεις σε ποικίλα ζητήματα της ζωής ενός ατόμου.
Έναν άλλο παράγοντα αποτελεί το κατά πόσον βρέθηκε κάποιος ενήλικας να προασπίσει επαρκώς τις ανάγκες του ατόμου (βρέφους, νηπίου, παιδιού ή εφήβου) όταν το ίδιο δεν ήταν σε θέση είτε εξελικτικά (λόγω έλλειψης ικανότητας λόγου) είτε λόγω πλαισίου (π.χ. σε ένα πολύ αυστηρό πλαίσιο) να το κάνει για τον εαυτό του. 
Επίσης, σημαντικό ρόλο παίζει η διαφοροποίηση. Αν δεν έχει προκύψει διαφοροποίηση ανάμεσα στο άτομο και τους φροντιστές του, δηλαδή αν το άτομο δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως διαφορετικό από το φροντιστή του, δε θα είναι σε θέση να αντιληφθεί τις προσωπικές του ανάγκες, τις σκέψεις και τα συναισθήματα αφού έχει μάθει να καθρεφτίζει εκείνα των σημαντικών για εκείνο άλλων. Αυτό σημαίνει ότι αν έχει εσωτερικεύσει κάποιον ως “καλό”, δηλαδή με άλλα λόγια αν έχει κατηγοριοποιήσει κάποιον ως καλό για τον ίδιο, θα μεταφράζει ως σημαντικές προς ικανοποίηση τις ανάγκες του άλλου ακόμη και αν αυτές συγκρούονται με τις πρωτογενείς δικές του. 
Αντίστοιχα, αν κάποιος έχει βρεθεί σε κατάσταση όπου εσωτερίκευσε την ιδέα πως η έκφραση των αναγκών συνιστά απειλή για την ακεραιότητά του, τότε έχει μάθει να αποκρύπτει ή να “κοιμίζει” τις ανάγκες του στο βωμό της μεγαλύτερης ανάγκης, της επιβίωσής του – είτε αντικειμενικά είτε συμβολικά. 

Ποιοί είναι όμως οι λόγοι για τους οποίους αν και τα παραπάνω είναι αυτονόητο δικαίωμα του καθενός κάποια άτομα μπορεί να δυσκολεύονται στην πράξη; 

  • Ενοχές. Κατά βάθος δεν πιστεύουμε ότι έχουμε δικαίωμα για όλα τα παραπάνω. Ακόμη και αν σε γνωστικό επίπεδο συμφωνούμε, συναισθηματικά δεν έχουμε την ίδια αντίληψη.
  • Φόβος για τις συνέπειες.
  • Φόβος απειλής. Είτε της σωματικής ακεραιότητας, είτε οικονομικής ανασφάλειας, είτε σε συμβολικό επίπεδο π.χ. της εικόνας εαυτού (μήπως φανώ εγωιστής, ανεπαρκής κ.λ.π.).
  • Φόβος αποτυχίας. Δε θα καταφέρω να υπερασπιστώ επαρκώς τον εαυτό μου.  
  • Φόβος εγκατάλειψης ή απόρριψης. Θα με απομακρύνουν, απορρίψουν ή θυμώσουν μαζί μου. Φόβος μήπως πληγώσω τους αγαπημένους. 
  • Εσφαλμένη αντίληψη ορίων. Φόβος ότι αν εκφραστώ θα γίνει επιθετικός. 

Τι μπορεί να κάνει το άτομο;

Καταρχάς το άτομο που χαρακτηρίζεται από ελλιπή διεκδικητικότητα χρειάζεται να αντιληφθεί τα προσωπικά του όρια και τις προσωπικές του ανάγκες, ώστε να μπορέσει να τις αναγνωρίζει και να τις προασπίζεται. Η συνειδητοποίηση των λόγων που οδήγησαν στην ανάπτυξη της ελλειμματικής συμπεριφοράς και η επεξεργασία αυτών είναι επίσης καθοριστικής σημασίας για τη μακροχρόνια και ουσιαστική αλλαγή. Επομένως η παρέμβαση στοχεύει αφενός στην εκπαίδευση στη διεκδικητική συμπεριφορά, μαθαίνοντας παράλληλα και θέτοντας τα προσωπικά όρια και αφετέρου στην επεξεργασία των πρώιμων βιωμάτων που οδήγησαν το άτομο να έχει αισθήματα αναξιότητας και αμφισβήτησης της αξίας του εαυτού, αλλά και των συναισθημάτων που ανακινούνται στο παρόν και μπορούν να αποτελέσουν την αφετηρία της γνωστικο-ψυχοσυναισθηματικής επεξεργασίας. 
Καθοριστικής σημασίας είναι το άτομο να καταφέρει να αντιληφθεί τα όριά του καθώς και να τα καταστήσει σαφή στον περίγυρό του και να μην επιτρέπει να παραβιάζεται ο προσωπικός του χώρος και χρόνος. Ο καθένας έχει δικαίωμα να αρνείται κάτι αν δεν το επιθυμεί χωρίς να χρειάζεται να απολογηθεί για αυτό καθώς και να επιλέγει  σε ποιον, πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις  θα προσφέρει τη βοήθειά του ή θα ζητήσει υποστήριξη. Εξάλλου, βασική προϋπόθεση για να λάβει κάποιος μία συμβουλή είναι να τη ζητήσει. 
Επίσης, είναι σημαντικό το άτομο να αντιληφθεί ότι οι ανάγκες του είναι εξίσου – ή και περισσότερο – σημαντικές με εκείνες των άλλων, ενώ το να εκφράσει τα συναισθήματα, τις σκέψεις, τις ανάγκες και τις επιθυμίες του δεν αποτελεί παραβίαση των άλλων όπως και το να θέτει τις δικές του προτεραιότητες σεβόμενος τον εαυτό του και το ποιος πραγματικά είναι. Ο καθένας είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του και τις συμπεριφορές του και μόνον έτσι δίνουμε την ευκαιρία και στους γύρω μας να συμπεριφερθούν ως υπεύθυνα και ώριμα άτομα. Ο καθένας μπορεί να σφάλλει ή να αλλάζει γνώμη, έχει δικαίωμα (να μπορεί) να εκφράζει την άγνοια ή την αδιαφορία του για κάποιο ζήτημα χωρίς να χρειάζεται να δικαιολογήσει τον εαυτό του όπως επίσης και να μη γίνεται αντιληπτός σε όλους είτε σε επίπεδο λόγου είτε συμπεριφοράς χωρίς αυτό να είναι κάτι μεμπτό.

Διαταραχή Γενικευμένου Άγχους (ΓΑΔ): όσα πρέπει να γνωρίζουμε


Καθώς διανύουμε μια δύσκολη και απαιτητική περίοδο, το άγχος και η ανησυχία συχνά κατακλύζουν την καθημερινότητά μας. Τι συμβαίνει όμως όταν το άγχος ,ένα κινητοποιητικό συναίσθημα κατά τ’ άλλα, συνιστά την κυρίαρχη προσέγγιση στη ζωή μας;
Οι πάσχοντες από Διαταραχή Γενικευμένου Άγχους βιώνουν υψηλά επίπεδα άγχους και ανησυχίας το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για τουλάχιστον 6 μήνες, ενώ ταυτόχρονα δυσκολεύονται να τα ελέγξουν. Το υπερβολικό άγχος που αισθάνονται τους προκαλεί σημαντικού βαθμού δυσφορία ενώ ταυτόχρονα επηρεάζει αρνητικά διάφορους σημαντικούς τομείς της ζωής τους (εργασία, οικογένεια, σχέσεις) οδηγώντας σε δυσλειτουργικές συμπεριφορές.

Πότε το άγχος γίνεται πρόβλημα;

Το σημείο κατά το οποίο η ανησυχία και το άγχος μετατρέπονται σε πρόβλημα είναι σε μεγάλο βαθμό υποκειμενικό, ωστόσο υπάρχουν κάποια σημεία-κλειδιά που μπορεί κάποιος να χρησιμοποιήσει ώστε να εκτιμήσει πόσο λογικά ή παράλογα είναι τα επίπεδα του άγχους του. Για αρχή μπορεί κάποιος ν’ αναρωτηθεί τα παρακάτω:
  • Βλάπτει το άγχος μου τις σχέσεις μου με τους άλλους; Ή επηρεάζει την απόδοσή μου στην εργασία μου ή στο σχολείο;
  • Σκέφτομαι συχνά τι θα πάει στραβά σε διάφορες περιστάσεις?
  • Αποφεύγω συχνά να κάνω πράγματα που με ευχαριστούν από φόβο απειλής ότι κάτι θα πάει στραβά;
  • Nιώθω συχνά ότι βρίσκομαι στην “άκρη του γκρεμού’’ ακόμη κι επί απουσίας μια ξεκάθαρης πηγής ανησυχίας?
  • Mεγαλοποιώ συχνά τα πράγματα, ενώ στη συγκεκριμένη περίσταση δε θα έπρεπε;
Παρά τη σοβαρή της επίδραση στη ζωή των ανθρώπων που υποφέρουν από αυτή, η ΓΑΔ μπορεί να μην αναγνωριστεί για πολλά χρόνια. Πολλοί άνθρωποι που πάσχουν από Διαταραχή Γενικευμένου Άγχους ασχολούνται με τα σωματικά συμπτώματα που σχετίζονται με το άγχος όπως ενοχλήσεις από το γαστρεντερικό σύστημα και κόπωση, ενώ οδηγούνται συχνά στην αναζήτηση ιατρικών εκτιμήσεων και διαβεβαιώσεων.
Πρόκειται για μια χρόνια κατάσταση που μπορεί να εμφανίζει επεισόδια έξαρσης καθόλη τη διάρκειά της. Συχνά εμφανίζεται στην παιδική ηλικία και διαδράμει χρονίως. Μεγαλύτερη συχνότητα συναντάται στις γυναίκες. Σε κάποιους ενδέχεται ν’ αποτελείται από χρόνια, αλλά ήπια συμπτώματα, σε άλλους μπορεί να προκαλεί σημαντικές δυσκολίες σε όλους τους τομείς. Συχνότατα η Διαταραχή Γενικευμένου Άγχους απαντάται και αντιμετωπίζεται σ’ επίπεδο πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και σπανιότερα σε ψυχιατρικές δομές και αυτό σχετίζεται με τα πολλά και ποικίλα σωματικά συμπτώματα για τα οποία παραπονιούνται οι πάσχοντες.

Σωματικά – Νοητικά συμπτώματα στη ΓΑΔ

Σωματική ανησυχία ‘’το άτομο νιώθει ότι κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα’’/ Κόπωση/ Ευερεθιστότητα/ Μυϊκή τάση/ Διαταραχές ύπνου/ Δυσκολία στη συγκέντρωσή ή το αίσθημα ότι το μυαλό αδειάζει.

Ψυχιατρικές καταστάσεις που συχνά συγχέονται με τη ΓΑΔ.

Η διαφορική διάγνωση της Διαταραχής Γενικευμένου Άγχους είναι δύσκολη κι εκτεταμένη. Διαφορική διάγνωση θα πρέπει να γίνει από την Κατάθλιψη όταν συνυπάρχουν αγχώδεις εκδηλώσεις, από άλλες αγχώδεις διαταραχές (ειδικές φοβίες, διαταραχή κοινωνικού άγχους, διαταραχή μετατραυματικού στρες),από τη Διαταραχή Πανικού, από την υπερβολική ανησυχία που σχετίζεται με την εικόνα σώματος στη Νευρογενή Ανορεξία, αλλά και στη Βουλιμία. Επίσης από τη Σωματοποιητική Διαταραχή (στην οποία υπάρχει μεγάλη ενασχόληση με σωματικά συμπτώματα) καθώς και από Διαταραχές Προσωπικότητας (Αποφευκτική Διαταραχή). Τέλος, οι διαταραχές χρήσης ουσιών (σε αυτές να συμπεριλάβουμε και την νικοτίνη και την καφεΐνη) και η απόσυρση από αυτές μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένα επίπεδα άγχους.

Ιατρικές καταστάσεις που μπορεί να προκαλέσουν άγχος

Υπερθυρεοειδισμός/υποθυρεοειδισμός, υπογλυκαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, άσθμα, πνευμονική εμβολή, φαιοχρωμοκύττωμα, επιληπτικές κρίσεις, όγκοι του κεντρικού νευρικού συστήματος, αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, τραύματα του εγκεφάλου, καρδιακές αρρυθμίες, τοξίκωση /ή και απόσυρση από ουσίες.

Φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν άγχος

Μεγάλος αριθμός φαρμάκων τόσο ψυχιατρικών όσο και φαρμάκων που χορηγούνται για την αντιμετώπιση ποικίλων σωματικών προβλημάτων μπορεί να επιδεινώσουν το άγχος και την ανησυχία. Σε κάθε περίπτωση είναι χρήσιμο και αναγκαίο οι ασθενείς να ενημερώνονται από τον θεράποντα ιατρός τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η χρήση των SSRIs αντικαταθλιπτικών τα οποία κατά την έναρξη της αγωγής μπορεί να προκαλέσουν επιδείνωση των συμπτωμάτων άγχους ή επί χορήγησης κορτικοστεροειδών να παρατηρείται έκλυση άγχους και ανησυχίας.

Θεραπείες στη ΓΑΔ

Συνίστανται σε φαρμακευτικού τύπου παρεμβάσεις και σε ψυχοθεραπευτικού τύπου. Στην πρώτη περίπτωση χρησιμοποιούνται κυρίως βενζοδιαζεπίνες, η βουσπιρόνη και αντικαταθλιπτικά. Στη δεύτερη περίπτωση έχει αποδειχτεί ότι η Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία είναι αποτελεσματική στην αντιμετώπιση και διαχείριση των συμπτωμάτων της ΓΑΔ. Ποικίλες όμως ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις έχουν τη θέση τους και σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως η καλύτερη θεραπεία είναι εκείνη που ταιριάζει στον εκάστοτε ασθενή σε συνεργασία πάντοτε μ’ έναν ειδικό ψυχικής υγείας.



Πώς θα γίνω ο γονέας που ονειρεύομαι








Πόσες φορές έχουμε αναρωτηθεί στα αλήθεια ποια είναι εκείνα τα χαρακτηριστικά που συνιστούν έναν καλό γονέα; Ποιες αρετές χρειάζεται να έχει; Ποια γνώση; Πόση γνώση; Τί “πρέπει ” να έχει; τί να μην έχει; Ψάχνουμε, ενημερωνόμαστε, διαβάζουμε τον έμπειρο ειδικό, ακούμε τη γνώμη του φίλου ή του συγγενή που σεβόμαστε ή εμπιστευόμαστε.
Όσες συμβουλές και αν πάρει κανείς δεν είναι από μόνες τους αρκετές για να γίνει ένας “καλός γονέας”. Και ο λόγος είναι απλός. Το παιδί δε θα μάθει από αυτό που θα του δείξουμε. Ό,τι και αν πούμε, όσο και αν προσπαθήσουμε να του εξηγήσουμε ή να δείξουμε το παιδί θα μάθει ακριβώς από αυτό που θα βιώσει το ίδιο και θα εισπράξει από μας.

Αν θέλεις, λοιπόν, να γίνεις ένας καλός γονέας τότε χρειάζεσαι πρώτα να γίνεις ένας καλός άνθρωπος. Και με τον όρο “καλός” εννοώ άρτιος. Ολοκληρωμένος, να μη χρειάζεσαι κάποιον να σε συμπληρώνει ή να στηρίζεσαι πάνω του για να αισθανθείς χαρούμενος και πλήρης, παρά να απολαμβάνεις την ακεραιότητά σου και όσα μπορείς να προσφέρεις ο ίδιος στον εαυτό σου όπως θα απολαύσεις σε άλλες στιγμές την παρουσία των γύρω σου και την συνδιαλλαγή μαζί τους.
Αν θέλεις να γίνεις ένας καλός γονέας τότε χρειάζεσαι πρώτα να γίνεις ένας καλός φίλος. Είναι σημαντικό να απολαμβάνεις τη συντροφιά του φίλου σου αλλά πιο σημαντικό είναι να τον βλέπεις χαρούμενο κι ευτυχισμένο. Ακόμη και τις φορές που εκείνος αποφασίζει να επενδύσει το χρόνο του χωρίς εσένα. Ή διαφορετικά από ότι εσύ θα επιθυμούσες. Ένας καλός φίλος αποδέχεται τον έτερο ακόμη και στα σημεία που διαφωνούν μεταξύ τους αφού δεν αισθάνεται απειλή από τη διαφορετικότητα.
Αν θέλεις να γίνεις ένας καλός γονέας τότε χρειάζεσαι πρώτα να γίνεις ένας καλός σύντροφος. Ένας σύντροφος που θα μπορεί να πληροφορεί τον άλλο για τις ανάγκες του και για ό,τι λαμβάνει χώρα εντός του δίχως να θεωρεί αυτονόητο ότι ο άλλος θα πρέπει να είναι ούτως ή άλλως ενήμερος ή να πληγώνεται και να θυμώνει αν αυτό δε συμβαίνει. Και είναι λογικό να μη συμβαίνει καθώς πρόκειται για δύο διαφορετικά άτομα… Ένας καλός σύντροφος, λοιπόν, γνωρίζει πώς να επιτύχει μία αποτελεσματική επικοινωνία, ξέρει να μιλάει για τον εαυτό του και ακούει με προσοχή ώστε να μάθει όταν του μιλάει το ταίρι του. Ένας καλός σύντροφος αντέχει τη σύγκρουση χωρίς να φοβάται ότι θα τον συνθλίψει. Γνωρίζει πόσο σημαντικό είναι να θέτει τα όρια του και πόσο καθοριστικής σημασίας είναι αυτή η διαδικασία για την προστασία της σχέσης.
Αν θέλεις να γίνεις ένας καλός γονέας τότε χρειάζεσαι πρώτα να γίνεις ένας καλός συνεργάτης. Να αισθάνεσαι ένα ισότιμο μέλος της ομάδας που ανήκεις το οποίο σέβεται τον διπλανό του και θεωρεί αυτονόητο δικαίωμα την ελευθερία του. Στο λόγο, στις κινήσεις, στις επιλογές του. Να αναλαμβάνεις την ευθύνη των αποφάσεών σου, αλλά να γνωρίζεις πότε χρειάζεται να συναποφασίσεις με το υπόλοιπο σύνολο για το καλό της ομάδας.
Αν θέλεις να γίνεις ένας καλός γονέας τότε χρειάζεσαι πρώτα να γίνεις ένας καλός αδερφός. Χρειάζεται να ξέρεις πώς να διαχειρίζεσαι το άγχος σου χωρίς να αγγίζει τον διπλανό σου. Να μπορείς να σταθείς στη δυσκολία του χωρίς να “πρέπει” να γνωρίζεις ποια είναι αυτή ακριβώς. Αλλά και να χαίρεσαι με τη χαρά του, ακόμη και αν εσένα δε σε αγγίζει – πλην του ότι τον βλέπεις χαρούμενο.
Αν θέλεις να γίνεις ένας καλός γονέας τότε χρειάζεσαι πρώτα να γίνεις καλός για τον εαυτό σου. Να μπορείς να αντιληφθείς τις ανάγκες σου, αλλά και να γνωρίζεις με ποιους τρόπους θα τις ικανοποιήσεις. Να μπορείς να φροντίζεις τον εαυτό σου. Να τον φροντίζεις όπως του αξίζει, όχι παραβλέποντας τον υπόλοιπο κόσμο ούτε παραγνωρίζοντας τις δικές σου ανάγκες. Να μπορείς να θέσεις όρια ανάμεσα σε σένα και το περιβάλλον σου. Όρια που δε φαντάζουν απειλητικά ούτε για σένα ούτε για τον άλλο. Αλλά όρια που είναι αναγκαία για να υπάρχεις υγιώς, όρια που σε διαχωρίζουν από το περιβάλλον σου και καταδεικνύουν γιατί και σε ποια σημεία διαφοροποιείσαι από αυτό. Χρειάζεται να μπορείς να εξασφαλίζεις στον εαυτό σου χώρο και χρόνο για ξεκούραση, ενδοσκόπηση, ανασκόπηση και ηρεμία. Και τότε μπορείς να αντιληφθείς πόσο σημαντικό είναι για το παιδί σου να σέβεσαι την ατομικότητά του, τις ανάγκες του, το γεγονός ότι είναι ένα διαφορετικό πλάσμα από εσένα. Εξαρτημένο από εσένα, αλλά μόνο για να το μάθεις όλα αυτά που θα τον καταστήσουν έναν υγιή, ανεξάρτητο και αυτοδύναμο ενήλικα.