LOU

Πέμπτη 30 Μαΐου 2019

Πρώτη φορά γονείς! Και τώρα;


Είναι αλήθεια πως η εγκυμοσύνη και ο ερχομός ενός παιδιού στη ζωή είναι από τα πιο σπουδαία και ευχάριστα πράγματα τόσο για το ίδιο το ζευγάρι των γονέων όσο και το περιβάλλον τους. Στις περιπτώσεις όπου όλα εξελίσσονται ομαλά σε σχέση με την κύηση και την καθημερινότητα των γονέων, με έναν τρόπο είναι σα να σταματάει ο χρόνος και να μηδενίζονται τα άγχη ενώ τα προβλήματα αρχίζουν και ιεραρχούνται σε μία εντελώς διαφορετική βάση.
Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι για όλους. Ξεκινώντας από τη γυναίκα που κυοφορεί, η περίοδος της εγκυμοσύνης αποτελεί συνθήκη ιδιαιτέρως έντονων διακυμάνσεων. Το σώμα υπόκειται σε μία σειρά αλλαγών ούτως ώστε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη και “φιλοξενία” ενός νέου πλάσματος μέσα σε αυτό. 

Σωματικά συμπτώματα 

Τα σωματικά συμπτώματα μπορεί να δυσχεράνουν την καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής της εγκύου και να κλονίσουν την εμπιστοσύνη στον εαυτό της καθώς μπορεί να επηρεαστεί ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται τις καταστάσεις της καθημερινότητάς της αλλά και ο τρόπος με τον οποίο σχετίζεται με το περιβάλλον της. Σωματικά συμπτώματα όπως πονοκέφαλος και ναυτία είναι συνήθη στο πρώτο τρίμηνο της κύησης και μπορεί να κρατήσουν τη γυναίκα μακριά από την εργασία ή την κοινωνική της ζωή κάποιες φορές αν αυτά είναι έντονα. Η επιλογή μιας καθημερινότητας που θα αφήσει χώρο για ανάπαυση και προσωπικό χρόνο συμβάλει σημαντικά στο αίσθημα διαχείρισης. Παράλληλα, πολλές γυναίκες αναφέρουν ότι η αποφυγή συγκεκριμένων τροφών και η επιλογή άλλων ανακουφίζουν από το αίσθημα της ναυτίας ή του καύσου σε πιο προχωρημένη κύηση. Είναι αλήθεια, πως οι γυναίκες οι οποίες βιώνουν δυσάρεστα ή αμφιθυμικά την ίδια την κατάσταση της κύησης ή κάποιες διαστάσεις της βιώνουν πολύ συχνότερα και με μεγαλύτερη ένταση τα σωματικά συμπτώματα της κύησης. 
Εκτός των άλλων, μπορεί να υπάρξει δυσκολία συγκέντρωσης ή ανάκλησης πληροφοριών γεγονός που επίσης μπορεί να αποτελέσει παράγοντα που προκαλεί δυσλειτουργία σε πολλά επίπεδα της καθημερινότητας. Χρήσιμη είναι η τήρηση ενός ημερολόγιου ή τετραδίου στο οποίο καταγράφονται σημαντικές παρατηρήσεις ή ραντεβού, απορίες καθώς και ζητήματα που χρειάζεται να συζητηθούν με το θεράποντα ή άλλους ειδικούς προκειμένου να υπάρχει το κατάλληλο επίπεδο οργάνωσης που ταιριάζει σε κάθε σπιτικό και θα προσφέρει αίσθημα ησυχίας σε σχέση με τον ερχομό του νέου μέλους.
Άλλα σωματικά συμπτώματα που εμφανίζονται όσο εξελίσσεται η κύηση έχουν να κάνουν με την αϋπνία που μπορεί να ταλαιπωρεί την έγκυο γυναίκα τις νυχτερινές ώρες ή/ και με την υπνηλία στη διάρκεια της ημέρας. Η σωματική κόπωση που προκύπτει ως επακόλουθο αυτών αλλά και των διεργασιών που λαμβάνουν χώρα στο σώμα της μπορεί να επηρεάσει τη διαχείριση των συναισθηματικών της διακυμάνσεων αλλά και τη δυνατότητα επίλυσης απλών καθημερινών προβλημάτων, να αναστατώσει τις σχέσεις με τους οικείους και σαφώς να προκαλέσει δυσφορία όσον αφορά στην αίσθηση του σώματος.

Συναισθηματική απορρύθμιση

Η ταχεία αλλαγή στα επίπεδα των ορμονών εκτός των παραπάνω συμπτωμάτων φέρνει και μεγάλη αναστάτωση στο συναισθηματικό κομμάτι της γυναίκας. Έτσι, η έγκυος μπορεί να βιώνει συναισθήματα ανησυχίας, άγχους ή ακόμη και έντονης θλίψης με απρόβλεπτες συναισθηματικές εκφορτίσεις, όπως έντονη ευερεθιστότητα ή ευσυγκινησία. Να επισημάνουμε, βέβαια ότι στην περίπτωση που διαρκούν επίμονα συμπτώματα απελπισίας, συναισθηματικής δυσφορίας ή κενού, κατάθλιψης, απώλειας διάθεσης, ενδιαφέροντος, όρεξης για ύπνο ή φαγητό καθώς και αν αυτά εναλλάσσονται με διαστήματα ακραίας ευδιαθεσίας είναι σκόπιμη η επικοινωνία με το θεράποντα ώστε να αξιολογήσει την ανάγκη παραπομπής σε κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας.
Την ίδια στιγμή, οι σκέψεις και οι αγωνίες που κάθε μητέρα ή ζευγάρι μπορεί να βιώνει μπορούν επίσης να δικαιολογήσουν τα παραπάνω συναισθήματα σε κάποια μέτρια ένταση και συχνότητα. Ο γονεϊκός ρόλος ανακινεί βιώματα, συναισθήματα, σκέψεις και προσφέρει το έδαφος για τη δημιουργία προσδοκιών και επενδύσεων ούτως ώστε μπορεί πολύ εύκολα να προκύψει συναισθηματική φόρτιση ή και απορρύθμιση σε στιγμές και φάσεις. Επιπλέον, τα ψυχικά τραύματα ή και πιθανές καθηλώσεις στην προσωπική ιστορία του κάθε γονέα πυροδοτούνται από την επικείμενη ανάληψη του γονεϊκού ρόλου και αν δεν έχει υπάρξει προγενέστερη επεξεργασία, αποδοχή και επίγνωση επιβαρύνουν τη συναισθηματική κατάσταση του ζευγαριού. 
Φόβοι και αγωνίες που προκύπτουν σε έντονο βαθμό και οι οποίοι γίνονται δύσκολα διαχειρίσιμοι ενδεχομένως αναδεικνύουν την ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης και επεξεργασίας από την πλευρά του ατόμου. Για παράδειγμα, πιθανός φόβος απώλειας του παιδιού ή έντονη αγωνία για την κύηση μπορεί να συνδέονται με ιστορικό προγενέστερων απωλειών οι οποίες είναι ανεπεξέργαστες. Η επεξεργασία τους θα ωφελούσε αφενός την ψυχοσυναισθηματική ανακούφιση στο παρόν αφετέρου την μεγαλύτερη ευκολία και σταθερότητα στην ανάληψη του γονεϊκού ρόλου.
Παράγοντες όπως η προσωπικότητα της εγκύου, οι συνθήκες και το πλαίσιο της καθημερινότητας, τα επίπεδα στρες που βιώνει αντικειμενικά, προγενέστερα ζητήματα που επηρεάζουν τις στρατηγικές διαχείρισης του στρες, το υποστηρικτικό δίκτυο, η σχέση με το σύντροφο, το ιστορικό μέχρι την επιτυχή σύλληψη και η συνειδητή απόφαση για τεκνοποίηση καθορίζουν σημαντικά τον τρόπο διαχείρισης αλλά και την ένταση με την οποία βιώνονται οι συναισθηματικές διακυμάνσεις.

Εικόνα εαυτού

Εκτός της καθαρά σωματικής και ψυχοσυναισθηματικής διάστασης υπάρχει και ένα ακόμη κομμάτι που μπορεί να απασχολήσει την έγκυο ή και σε κάποιες περιπτώσεις το σύντροφό της. Το σώμα αλλάζει για να μπορέσει να διευκολύνει την έλευση του βρέφους, μπορεί να εμφανιστεί ακμή, δερματικές αλλοιώσεις, αλλαγή στο βάρος, αλλαγή στις ενδυματολογικές επιλογές. 
Όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα να αναδιαμορφωθεί και ο τρόπος με τον οποίο η έγκυος γυναίκα βλέπει το σώμα της.  Είναι αλήθεια πως ο τρόπος με τον οποίο η γυναίκα αντιμετωπίζει το σώμα της και τις αλλαγές που συμβαίνουν σε αυτό έχει πάρα πολλά να πει και να δείξει για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη μητρότητα. Έτσι, μια γυναίκα που έχει βιώσει υγιώς τη θηλυκότητά της και έχει φτάσει ομαλά στην επιλογή του μητρικού ρόλου μπορεί να αντιληφθεί όλες αυτές τις μεταβολές ως απαραίτητες και το σώμα ως το μέσον για την επίτευξη αυτού του συνειδητού στόχου. Με διαφορετικό τρόπο και με δυσκολίες μικρού ή μεγαλύτερου βαθμού θα βιώσει την όλη κατάσταση μία γυναίκα η οποία δεν αισθάνεται καλά με τη θηλυκότητά της ή είχε μία διαταραγμένη επαφή με το μητρικό ρόλο από όταν η ίδια ήταν ακόμη παιδί. Όλα αυτά αποτελούν ενδείξεις για ζητήματα που χρήζουν επεξεργασίας καθώς πρόκειται να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο θα εξελιχθεί η κύηση, η μητρότητα, οι οικογενειακές και συντροφικές σχέσεις και η ανατροφή του παιδιού.
Συνήθη ζητήματα που προκύπτουν στην περίοδο της κύησης έχουν να κάνουν με την αύξηση του βαθμού εξάρτησης από το σύντροφο ή το περιβάλλον, το αίσθημα χαμηλής αυτοεκτίμησης, την αγωνία για τη σχέση με το σύντροφο. Στις περιπτώσεις ήπιας ανησυχίας ή ειλικρινής έκφραση και επικοινωνία είναι ένας καλός τρόπος για την εξάλειψη των αγωνιών.

Πρακτικά ζητήματα και στάσεις ζωής

Τέλος, μία ακόμη πτυχή της νέας αυτής συνθήκης σχετίζεται με μία σειρά αποφάσεων που αφορούν σε ζητήματα πρακτικά και ηθικά καθώς και στάσεις ζωής. Ο τρόπος με τον οποίο θα τεθούν τα όρια στο περιβάλλον και θα καθοριστούν οι αποστάσεις με τον περίγυρο, καθώς και ζητήματα ανατροφής και διαπαιδαγώγησης συμπεριλαμβάνονται σε αυτά. Ο γονεϊκός ρόλος μας φέρνει πιο κοντά στο να αναλάβουμε ευθύνες και να τοποθετηθούμε με αυστηρότητα σε ζητήματα που ενδεχομένως αντιμετωπίζαμε με περισσότερη ανεμελιά στο παρελθόν και αυτό συνιστά και μία από τις προκλήσεις του ρόλου αυτού. Η συνειδητή απόφαση για την ανάληψη αυτού του ρόλου αποτελεί καταλύτη σε πολλά ζητήματα που θα τεθούν ως δίλημμα ή αδιέξοδα και θα βοηθήσει τα άτομα να αισθάνονται δύναμη και να αντιλαμβάνονται τα περιθώρια δράσης τους.

Αγοραφοβία, μια αγχώδης διαταραχή


Η Αγοραφοβία ανήκει στην κατηγορία των αγχωδών διαταραχών και χαρακτηρίζεται από έντονο άγχος για μέρη και καταστάσεις όπου η διαφυγή είναι δύσκολη ή όπου η παροχή βοήθειας από αξιόπιστη πηγή σε ενδεχόμενη κρίση πανικού δεν είναι δυνατή. Ως επί το πλείστον εμφανίζεται παράλληλα με τη Διαταραχή Πανικού, αλλά μπορεί να υπάρξει και μόνη της.

Τα συμπτώματα της διαταραχής

Το έντονο άγχος που συνοδεύει τη διαταραχή οδηγεί σε αποφυγή διαφόρων καταστάσεων, κυρίως την παρεύρεση σε δημόσιους χώρους με πολύ κόσμο, τα ταξίδια, ειδικά όσα περιλαμβάνουν πολύωρη παραμονή σε κάποιο μεταφορικό μέσο, τις γέφυρες, τους ανελκυστήρες, ακόμα και την παραμονή στο σπίτι χωρίς την παρουσία άλλων. Όταν το άτομο εκτίθεται στις παραπάνω καταστάσεις συνήθως βιώνει έντονο φόβο και ανησυχία ακολουθούμενα από σωματική δυσφορία, όπως τάση για εμετό, ζάλη, ναυτία, εφίδρωση, τρόμο θανάτου, αίσθημα ασφυξίας, ταχυπαλμία, ρίγη, αίσθηση αδυναμίας ελέγχου της ουροδόχου κύστης, φόβος για καρδιακά συμπτώματα, κεφαλαλγία κ.α. Τα συμπτώματα αυτά επιφέρουν ανικανότητα ή αμηχανία και το άτομο ανησυχεί ότι δεν θα μπορέσει να λάβει βοήθεια. Συχνά η δυσφορία μπορεί να είναι τόσο έντονη που να εξελιχθεί σε πλήρη προσβολή πανικού, κατά την οποία εμφανίζονται ταυτόχρονα περισσότερα από 4 από τα παραπάνω συμπτώματα, τα οποία το άτομο δεν μπορεί να ελέγξει και να διαχειριστεί, ενώ αισθάνεται ότι θα τρελαθεί ή θα πεθάνει.
Σε αρκετές περιπτώσεις η Αγοραφοβία, δεν προϋπάρχει αλλά έπεται της προσβολής πανικού, εμφανίζεται δηλαδή ύστερα από έναν αριθμό κρίσεων πανικού, όπου το άτομο έχοντας συνδέσει τις κρίσεις με συγκεκριμένα μέρη, αρχίζει να αποφεύγει αυτά προκειμένου να αποτρέψει την εκδήλωση μιας νέας προσβολής. Σταδιακά τα μέρη αυτά αυξάνονται με αποτέλεσμα το άτομο να αυτοπεριορίζεται σε ελάχιστα σημεία όπου νιώθει ασφαλής.
Η Αγοραφοβία, πλήττει σημαντικά την καθημερινή λειτουργικότητα του ατόμου, καθώς εκείνο συνήθως περιορίζει τις κοινωνικές του συναναστροφές, απομονώνεται στο σπίτι, συχνά δυσκολεύεται να δουλέψει ή να φροντίσει τα βασικά θέματα επιβίωσης του, για παράδειγμα τα ψώνια, ή την πληρωμή λογαριασμών σε δημόσιες υπηρεσίες με μεγάλη ουρά. Η απομόνωση αυτή ενισχύει το άγχος δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο που δυσχεραίνει την έκβαση της διαταραχής.

Αντιμετώπιση της Αγοραφοβίας

Η Αγοραφοβία μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά με ψυχοθεραπεία. Μέσα σε αυτή το άτομο μαθαίνει να αναγνωρίζει τα στοιχεία εκείνα που πυροδοτούν τον φόβο και περιορίζουν την λειτουργικότητα του, αλλά και να εντοπίζει τις δυσλειτουργικές σκέψεις που οδηγούν στα δυσάρεστα συναισθήματα. Ταυτόχρονα εκπαιδεύεται σε τρόπους ελέγχου των σωματικών ενοχλήσεων μέσα από διάφορες τεχνικές χαλάρωσης. Τέλος, ενισχύεται με έναν ρεπερτόριο νέων δεξιοτήτων και πεποιθήσεων, οι οποίες συμβάλουν τόσο στη διαχείριση των συμπτωμάτων στο παρόν αλλά και στην αποφυγή μελλοντικών διαταραχών ή προβλημάτων. Μέσα στο πλαίσιο της θεραπείας, σημαντικό είναι να εντοπιστούν επίσης τα αίτια της διαταραχής και με την κατάλληλη επεξεργασία να πάρουν μια νέα διάσταση στο παρόν και το μέλλον, η οποία θα είναι λειτουργική και δεν θα παρεμποδίζει το άτομο στην καθημερινότητα του. Όταν τα συμπτώματα είναι πολύ έντονα ενδέχεται να απαιτείται φαρμακευτική αγωγή σε συνδυασμό με την ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση.
Σε κάθε περίπτωση ένας έμπειρος ψυχολόγος μπορεί να σας καθοδηγήσει σωστά, ώστε να λάβετε την καλύτερη δυνατή βοήθεια.

Σύνδρομο Tourette, μια νευροσυμπεριφορική διαταραχή


ο σύνδρομο Tourette (Τουρέτ) ή σύνδρομο Gilles de la Tourette είναι μια νευροσυμπεριφορική διαταραχή που πήρε το όνομα της από το Γάλλο νευρολόγο George Gilles de la Tourette. Το Τουρέτ εκδηλώνεται κλινικά με πολλαπλά κινητικά τικ και φωνητικές εκδηλώσεις. Το σύνδρομο ξεκινά από τη παιδική ηλικία, προσβάλλει κυρίως το άρρεν φύλο και ο επιπολασμός του εκτιμάται μεταξύ 0,4 και 1,6% των παιδιών ηλικίας 2-15 ετών, αλλά θεωρείται πιθανόν ότι πολλές ήπιες περιπτώσεις παραμένουν αδιάγνωστες ενώ ελαττώνεται ή εξαφανίζεται στα περισσότερα παιδία κατά την ενήλικο ζωή. Ακραίες περιπτώσεις είναι σπάνιες στην ενήλικο ζωή και το σύνδρομο δεν επηρεάζει αρνητικά τη νοημοσύνη ή το προσδόκιμο ζωής.

Χαρακτηριστικά του συνδρόμου

Το σύνδρομο Τουρέτ χαρακτηρίζεται από πολλαπλά κινητικά και τουλάχιστον ένα φωνητικό τικ που διαρκούν για περισσότερο από ένα χρόνο (Ταξινόμηση DSM). Τα τικ είναι μία βραχείας διάρκειας, ταχεία, επαναλαμβανόμενη και προφανώς άσκοπη στερεότυπη πράξη. Τα κινητικά τικ μπορεί να είναι «απλά», με κινήσεις που αφορούν μόνο σε μία ομάδα μυών –όπως βλεφαρισμός, σύσπαση των μυών της ρινός, τίναγμα του αυχένα, ανασήκωμα του ώμου- ή «σύνθετα», με συντονισμένη εμπλοκή πολλών ομάδων μυών- πήδημα επιτόπου, άγγιγμα άλλων ατόμων ή πραγμάτων, μίμηση κινήσεων, χτύπημα κεφαλής. Τα φωνητικά τικ μπορεί επίσης να είναι απλά (π.χ. γρύλλισμα, ρούφηγμα μύτης, καθάρισμα λαιμού ) ή σύνθετα (π.χ. ηχολαλία, παλιλαλία και κοπρολαλία). Η κοπρολαλία, που είναι το πιο γνωστό σύμπτωμα του συνδρόμου Τουρέτ, είναι η αυθόρμητη εκφορά άσεμνων λέξεων ή εκφράσεων. Το σύμπτωμα αυτό δεν είναι απαραίτητο για τη διάγνωση του συνδρόμου ενώ μόνο το 10% περίπου των ασθενών το παρουσιάζουν. Η ηχολαλία είναι η επανάληψη λέξεων άλλων ατόμων ενώ η παλιλαλία είναι η επανάληψη λέξεων του ασθενούς. Οι ασθενείς ενδέχεται να έχουν και αισθητικά τικ που συνίστανται σε δυσάρεστα αισθητικά βιώματα στο πρόσωπο, το κεφάλι ή τον αυχένα.
Τα τικ ποικίλουν σε ένταση, αριθμό και συχνότητα και είναι δυνατόν να απουσιάζουν επί ημέρες ή εβδομάδες, αλλά κατά κανόνα υποτροπιάζουν, μερικές φορές με διαφορετικές εκδηλώσεις. Σε αντίθεση με μη φυσιολογικές κινήσεις άλλων κινητικών διαταραχών όπως είναι η δυστονία, η δυσκινησία, οι μυοκλονίες και η χορεία, οι ασθενείς με σύνδρομο Τουρέτ μπορεί να αισθάνονται μια ακατανίκητη τάση να εκδηλώσουν τικ αλλά είναι χαρακτηριστικό ότι έχουν τη δυνατότητα καταστολής τους επί μικρά χρονικά διαστήματα. Οι ασθενείς συνήθως περιγράφουν ένα πρόδρομο αίσθημα ή πρόδρομη παρόρμηση που έχει συνήθως δυσάρεστο χαρακτήρα και τους οδηγεί να εκδηλώσουν το τικ. Χαρακτηριστικά αναφέρουν την εκδήλωση του τικ που επιλέγουν συνειδητά να απελευθερώσουν σαν να «έπρεπε να το κάνουν» για να ανακουφίσουν αυτή την αίσθηση ή μέχρι να νιώσουν «καλύτερα». Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η αίσθηση ότι ο ασθενής έχει κάτι στο φάρυγγα και του δημιουργεί την ανάγκη να καθαρίσει το φάρυγγά του ή ότι έχει κάτι στο μάτι και πρέπει να ανοιγοκλείσει τα μάτια του για να νιώσει καλύτερα.
Οι ασθενείς, όπως αναφέρθηκε, προσπαθούν να καταστείλουν τα τικ με αποτέλεσμα να οδηγούνται συχνά σε αισθήματα έντασης ή ψυχικής εξάντλησης, οπότε αναζητούν ένα απομονωμένο μέρος για να απελευθερώσουν τα συμπτώματά τους. Μερικοί ασθενείς, συνήθως παιδιά, μπορεί να μην έχουν επίγνωση της πρόδρομης παρόρμησης, η αντίληψη της οποίας αυξάνει με την ωρίμανση. Είναι δυνατόν να παρουσιάζουν τικ για αρκετά χρόνια πριν μάθουν για τις πρόδρομες παρορμήσεις και πως να καταπιέζουν τα τικ ενώ βρίσκονται κάπου με κόσμο ή και στο γραφείο του γιατρού, οπότε ίσως είναι απαραίτητη η παρατήρηση εν αγνοία τους. Αυτή η ικανότητα διαφέρει από άτομο σε άτομο και μπορεί να είναι πιο ανεπτυγμένη στους ενήλικες. Επίσης, τα τικ που εμφανίζονται νωρίς στη πορεία της πάθησης συχνά συγχέονται με άλλες παθήσεις όπως άσθμα, προβλήματα στην όραση και αλλεργίες με αποτέλεσμα παιδίατροι, αλλεργιολόγοι και οφθαλμίατροι να είναι συνήθως οι πρώτοι που εξετάζουν ένα παιδί.

Αίτια και παθοφυσιολογία του συνδρόμου Τουρέτ

Η αιτία του συνδρόμου Τουρέτ είναι άγνωστη αλλά έχει αποδειχθεί ότι εμπλέκονται γενετικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες. Αν και ο ακριβής τρόπος κληρονομικότητας δεν είναι ακόμη γνωστός και δεν έχει ταυτοποιηθεί κανένα γονίδιο, επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι οι περισσότερες περιπτώσεις Τουρέτ είναι κληρονομικές. Συγκεκριμένα, ένα άτομο με σύνδρομο Τουρέτ έχει περίπου 50% πιθανότητα να περάσει το γονίδιο (ή γονίδια) σε ένα από τα παιδία του, αλλά το σύνδρομο Τουρέτ είναι μια πάθηση μεταβλητής έκφρασης και ατελούς διεισδυτικότητας. Έτσι, καθένας που κληρονομεί τη γενετική ευπάθεια δε σημαίνει ότι θα εμφανίσει τα συμπτώματα. Μόνο η μειοψηφία των παιδιών που κληρονομούν έχουν συμπτώματα τόσο σοβαρά ώστε να απαιτείται ιατρική φροντίδα. Περιβαλλοντικοι ή ψυχοκοινωνικοί παράγοντες αν και δεν προκαλούν το σύνδρομο Τουρέτ μπορούν να επηρεάσουν τη σοβαρότητά του.
Η παθοφυσιολογία του συνδρόμου Τουρέτ δεν είναι γνωστή. Τα τικ θεωρούνται ότι είναι αποτέλεσμα δυσλειτουργίας σε φλοιώδεις και υποφλοιώδεις περιοχές του εγκεφάλου, στο θάλαμο, στα βασικά γάγγλια και στο μετωπιαίο λοβό. Νευροανατομικά μοντέλα υποδεικνύουν αποτυχίες σε κυκλώματα που συνδέουν τον εγκεφαλικό φλοιό με τον υποφλοιό.

Τί άλλο μπορεί να παρουσιάσει ένα άτομο με σύνδρομο Τουρέτ;

Μόνο ένα ποσοστό των παιδιών με σύνδρομο Τουρέτ (περίπου το 12%) εμφανίζουν μόνο τικ. Τα περισσότερα παιδιά που παρακολουθούνται από ειδικά κέντρα, είναι πιθανό να εμφανίζουν συμπτώματα που χαρακτηρίζουν άλλες καταστάσεις, ταυτόχρονα με κινητικά και φωνητικά τικ. Τέτοιες καταστάσεις εμπεριέχουν:
  • Μαθησιακές διαταραχές - Δυσλεξία, δυσγραφία ή δυσαριθμισία. 
  • Διαταραχή ελλειμματικής προσοχής - Υπερκινητικότητα - δυσκολία στη συγκέντρωση, αυξημένη κινητικότητα και παρορμητικότητα.
  • Δυσκολία στον έλεγχο των παρορμήσεων - επιθετική συμπεριφορά, υπνοβασία, εφιάλτες. 
  • Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (OCD) - κατά την οποία το παιδί εμφανίζει έμμονες ιδέες και αισθάνεται την ανάγκη να κάνει κάτι επαναλαμβανόμενα (καταναγκασμός), όπως να ελέγξει πολλές φορές αν έκλεισε τη πόρτα ή να πλύνει πολλές φορές τα χέρια του.
  • Αυτοκαταστροφική συμπεριφορά - σε μικρό μόνο ποσοστό ατόμων με σύνδρομο Τουρέτ. Περιλαμβάνει μεταξύ άλλων χτύπημα εαυτού, ξύσιμο πληγών και δάγκωμα χειλίων.

Ποιά η θεραπεία και η πρόγνωση για τα άτομα με σύνδρομο Τουρέτ;

Η θεραπεία του συνδρόμου Τουρέτ επικεντρώνεται στο να αναγνωρίσει και να βοηθήσει τον ασθενή να διαχειριστεί τα συμπτώματα που του προκαλούνται. Οι ασθενείς με ήπια διαταραχή συχνά έχουν ανάγκη μόνο από ενημέρωση και παροχή συμβουλών για τους ίδιους και την οικογένειά τους. Η συμπεριφορική ψυχοθεραπεία, η ψυχοεκπαίδευση και η τόνωση της αυτοπεποίθησης μπορεί να είναι επαρκή.
Φαρμακευτική θεραπεία ενδείκνυται μόνο εφόσον τα τικ επηρεάζουν τη λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής του ασθενούς. Υπάρχουν διάφορες ομάδες φαρμάκων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη θεραπεία των τικ, όπως τυπικά και άτυπα νευροληπτικά ( ρισπεριδόνη, ολανζαπίνη, αλοπεριδόλη, φλουφαιναζίλη) και οι α-αδρενεργικοί αγωνιστές (κλονιδίνη, γουανφασίνη). Οι ενέσεις αλλαντικής τοξίνης μπορεί να είναι αποτελεσματικές στον έλεγχο εστιακών τικ που προσβάλλουν μικρές μυϊκές ομάδες.
Η συνολική πρόγνωση είναι θετική, αλλά μια μειοψηφία των παιδιών με σύνδρομο Τουρέτ έχουν βαριά συμπτώματα τα οποία συνεχίζουν και στην ενήλικο ζωή τους. Η σπάνια μειοψηφία των βαρέων καταστάσεων μπορεί να περιορίσει ή να αποτρέψει τους ασθενείς από το να κρατήσουν μια δουλειά ή απ΄το να έχουν μια ολοκληρωμένη κοινωνική ζωή.
Ασχέτως από τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων, οι ασθενείς με σύνδρομο Τουρέτ έχουν φυσιολογικό προσδόκιμο ζωής. Παρόλο που τα συμπτώματα μπορεί να διαρκέσουν για χρόνια ή για όλη τη ζωή κάποιων ασθενών, η κατάσταση δεν επιδεινώνεται ή είναι θανάσιμη. Νοητικά οι ασθενείς με σύνδρομο Τουρέτ είναι φυσιολογικοί, παρόλο που μπορεί να υπάρχουν μαθησιακές δυσκολίες. Η κατάσταση στα περισσότερα παιδιά βελτιώνεται με την ενηλικίωση.
Ένα περιβάλλον με βοήθεια και υποστήριξη από την οικογένεια είναι δυνατόν να βοηθήσει έναν πάσχοντα να καμουφλάρει τα τικ του ή να τα αναπτύξει δημιουργικά. Σημαντικό να αναφέρουμε ότι έχουν βρεθεί να πάσχουν από το σύνδρομο διάφοροι επαγγελματίες, καθώς και πετυχημένοι μουσικοί και αθλητές. Για αυτό είναι σημαντική η έγκαιρη διάγνωση και ενημέρωση του ασθενούς αλλά και του περιβάλλοντός του

Ψυχοθεραπεία: τι είναι και πώς λειτουργεί;

Η Ψυχοθεραπεία είναι μια μορφή θεραπευτικής παρέμβασης σε δυσκολίες που αφορούν τον συναισθηματικό ή ψυχικό κόσμο του ατόμου. Επιτυγχάνεται μέσα από έναν αριθμό συνεδριών με έναν έμπειρο και καλά εκπαιδευμένο ψυχολόγο ή ψυχίατρο και στόχο έχει την ανακούφιση από τα συμπτώματα, τον ψυχικό πόνο, την ενδυνάμωση και την ενίσχυση της αυτογνωσίας. Ξεκινάει πάντοτε με αίτημα του θεραπευόμενου, ενώ η συνειδητή απόφαση και το προσωπικό κίνητρο είναι βασικά στοιχεία για την πορεία και την έκβαση της. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να επιτευχθεί κατόπιν πίεσης ή καθοδήγησης από τρίτους.

Η διαδικασία της ψυχοθεραπείας

Ως διαδικασία η ψυχοθεραπεία στηρίζεται στη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στον θεραπευτή και τον θεραπευόμενο. Αυτή είναι μια σχέση συμμαχίας απέναντι στο πρόβλημα και τον προσωπικό στόχο του πελάτη. Ο θεραπευτής οφείλει να δημιουργήσει ένα ασφαλές περιβάλλον αποδοχής, να καλλιεργήσει ένα πλαίσιο εμπιστοσύνης και κατανόησης, ώστε ο θεραπευόμενος να νιώσει άνετα να εκφράσει χωρίς άγχος σκέψεις και συναισθήματα. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο θεραπευόμενος έχει τη δυνατότητα να αναγνωρίσει διαφορετικές πλευρές του εαυτού του, να εντοπίσει τραύματα του παρελθόντος, δυσλειτουργίες στις σχέσεις με τους σημαντικούς άλλους και να κατανοήσει τα βαθύτερα αίτια όσων των απασχολούν.
Κατά τη διάρκεια των πρώτων συνεδριών δίνεται έμφαση στην ανακούφιση από τα συμπτώματα, εάν υπάρχουν. Για το λόγο αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθούν τεχνικές χαλάρωσης και αποφόρτισης της έντασης. Στη συνέχεια εμβαθύνουμε σε σκέψεις, συναισθήματα, σχέσεις, βιώματα, προσπαθώντας να εντοπίσουμε και να παρέμβουμε στα αίτια των δυσκολιών. Ταυτόχρονα εστιάζουμε στο παρόν, καλλιεργώντας και ενισχύοντας δεξιότητες αντιμετώπισης προβλημάτων, τρόπους υγιούς επικοινωνίας με τον εαυτό και τους άλλους, θετικές πεποιθήσεις, έτσι ώστε ο θεραπευόμενος να μπορεί να λειτουργεί αρμονικά στο εδώ και τώρα.

Κατευθύνσεις και μορφές Ψυχοθεραπείας

Υπάρχουν αρκετές ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις. Οι πιο διαδεδομένες είναι η συστημική/οικογενειακή, η γνωσιακή/συμπεριφορική, η ψυχαναλυτική/ψυχοδυναμική και η υπαρξιακή/ανθρωπιστική. Ο θεραπευτής συνήθως έχει εκπαίδευση σε μια ή περισσότερες κατευθύνσεις και κατά τη διάρκεια των συνεδριών εφαρμόζει τις τεχνικές τις οποίες θεωρεί ότι ταιριάζουν καλύτερα στον πελάτη και τη δυσκολία του. Η επιλογή της μεθόδου και των τεχνικών είναι αποκλειστική ευθύνη του θεραπευτή.
Ως προς τη μορφή της η ψυχοθεραπεία μπορεί να είναι ατομική, ομαδική, οικογενειακή ή ζεύγους. Η ομαδική ψυχοθεραπεία στηρίζεται στη δυναμική της ίδιας της ομάδας. Το κάθε άτομο ξεχωριστά έχει τη δυνατότητα να εκφράσει σκέψεις και συναισθήματα, να δει τις αντιδράσεις που αυτά προκαλούν στα υπόλοιπα μέλη της ομάδας και να αξιοποιήσει το προστατευμένο και ασφαλές περιβάλλον της θεραπείας προκειμένου να εξελίξει διαφορετικές πλευρές του εαυτού του. Όπως και στην ατομική θεραπεία, έτσι και στην ομαδική, στόχος είναι το άτομο και οι δυσκολίες που εκείνο αντιμετωπίζει.
Αντιθέτως στην οικογενειακή θεραπεία και στη θεραπεία ζεύγους, αφετηρία μπορεί να είναι το σύμπτωμα ή η δυσκολία κάποιου μέλους όμως δεδομένου ότι αυτό επηρεάζει και επηρεάζεται από ολόκληρο το οικογενειακό σύστημα, προσπαθούμε να εντοπίσουμε όλες τις δυσλειτουργικές μορφές επικοινωνίας μέσα στην οικογένεια ή το ζευγάρι, να τις αντικαταστήσουμε με πιο υγιείς και να επαναφέρουμε έτσι την ισορροπία.

Πόσο διαρκεί η ψυχοθεραπεία;

Η διάρκεια της ψυχοθεραπείας εξαρτάται από το αίτημα και την προσωπικότητα του πελάτη, την εμπειρία του θεραπευτή και τη μέθοδο που ακολουθείται. Στις πρώτες συνεδρίες καθορίζεται το θεραπευτικό συμβόλαιο, από κοινού δηλαδή θεραπευτής και θεραπευόμενος διερευνούν το στόχο και συμφωνούν για τη συχνότητα των συναντήσεων. Στις επόμενες συνεδρίες αρχίζουν να εμβαθύνουν στα αίτια των δυσκολιών. Η θεραπεία τερματίζεται όταν ο θεραπευόμενος νιώθει ότι έχει επιτευχθεί ο αρχικός στόχος αλλά και αρκετά δυνατός, ώστε να διαχειριστεί όσα του συμβαίνουν χωρίς βοήθεια.
Σημείωση
Στην Ελλάδα η ψυχοθεραπεία ασκείται μόνο από Ψυχολόγους ή Ψυχιάτρους με κατάλληλη εκπαίδευση και Νόμιμη Άδεια Ασκήσεως Επαγγέλματος. Οποιαδήποτε χρήση του τίτλου από επαγγελματίες άλλων ειδικοτήτων είναι καταχρηστική. Για την δική σας προστασία επομένως καλό είναι να επιζητάτε την επίδειξη της σχετικής Άδειας όταν απευθύνεστε σε κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας.

Απομόνωση στο σχολείο…πώς μπορείτε να βοηθήσετε το παιδί σας; 

Σε κάθε σχολική τάξη σχεδόν πάντα υπάρχει ένα παιδί πιο απομονωμένο από τα άλλα. Το παιδί εκείνο που αν και επιθυμεί να λάβει μέρος στις δραστηριότητες και να συμμετάσχει στα παιχνίδια των συμμαθητών του, νιώθει μη επιθυμητό με αποτέλεσμα να παραμένει μόνο του σε έναν αέναο αγώνα αποδοχής.

Για ποιο λόγο ένα παιδί μπορεί να απορρίπτεται από τους συμμαθητές του;

Οι λόγοι μπορεί να είναι πολλοί. Τα παιδιά είναι οι πιο αυστηροί κριτές των πάντων και τα κριτήρια επιλογής φίλων ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, την οικογένεια καταγωγής. Έτσι, ένα παιδί μπορεί να απομονωθεί εξαιτίας κάποιου εξωτερικού χαρακτηριστικού του (παχυσαρκία, μυωπία, ατημέλητη εμφάνιση κ.α.), εξαιτίας κάποιας δυσκολίας του στα μαθήματα ή της συμπεριφοράς του (επιθετικότητα). Ως επί το πλείστον όμως τα παιδιά που απομονώνονται είναι παιδιά που δυσκολεύονται στις κοινωνικές συναναστροφές, εσωστρεφή, με χαμηλή εικόνα εαυτού και έλλειψη διεκδικητικότητας. Συχνά μπορεί και τα ίδια να πιστεύουν ότι δεν αξίζουν, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την απόρριψη των συνομηλίκων δημιουργώντας έτσι ένα φαύλο κύκλο.

Πώς νιώθει ένα παιδί που απομονώνεται;

Η απόρριψη βιώνεται πάντοτε με αρνητικά συναισθήματα και αυτό γιατί όλοι οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη να ανήκουμε σε μια ομάδα για να μπορούμε να επιβιώνουμε σωματικά αλλά και συναισθηματικά. Ιδιαίτερα η απόρριψη από σημαντικά για εμάς πρόσωπα, οδηγεί σε απογοήτευση, θυμό, ενοχή (εγώ φταίω, εγώ δεν αξίζω να με αγαπούν, εγώ κάνω κάτι λάθος), κατάθλιψη. Για ένα παιδί, τα συναισθήματα αυτά είναι ακόμα πιο έντονα, δεδομένου ότι αναπτυξιακά δεν είναι σε θέση ακόμα να διαχειριστεί αποτελεσματικά και να επεξηγήσει όλα όσα συμβαίνουν. Η παρατεταμένη απόρριψη μπορεί να έχει σημαντικά αρνητικές συνέπειες στην ψυχολογία, την αυτοεκτίμηση και την προσωπικότητα του. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο χρειάζεται ως ενήλικοι να δράσουμε άμεσα.

Τι μπορείτε να κάνετε οι γονείς για να βοηθήσετε το παιδί σας;

  • Το σημαντικότερο όλων είναι ο εντοπισμός του προβλήματος. Αρκετά παιδιά μπορεί να δυσκολευτούν να εκφράσουν με λέξεις αυτό συμβαίνει, όμως όπως πολλές φορές έχουμε επισημάνει, εκφράζονται μέσω της συμπεριφοράς τους. Παρατηρήστε αλλαγές στις συνήθειες και τη διάθεση του παιδιού σας, οποιαδήποτε παρατεταμένη αλλαγή που μπορεί να σας προβληματίζει, ενδεχομένως υποδεικνύει και ένα πρόβλημα ή ανησυχία του παιδιού.
  • Διαχειριστείτε την απογοήτευση και το θυμό του παιδιού σας. Συζητήστε μαζί του για τα συναισθήματα και τις σκέψεις του, αποδεχτείτε όσα νιώθει και δείξτε κατανόηση.
  • Βοηθήστε το να βρει λύσεις. Αν το ίδιο δεν μπορεί να σκεφτεί κάποια, προτείνετε εσείς παρουσιάζοντας δικές σας εμπειρίες.
  • Ενισχύστε την αυτοεκτίμηση του παιδιού σας και βοηθήστε το να αναπτύξει κοινωνικές δεξιότητες και ικανότητες διαχείρισης προβλημάτων. Σε αυτό θα μπορούσε να σας βοηθήσει κάποιος ειδικός ή η συμμετοχή του παιδιού σε κάποια ομάδα υποστήριξης και συναισθηματικής ανάπτυξης.
  • Συζητήστε με τους δασκάλους στο σχολείο. Είναι σημαντικό να βοηθήσουν και εκείνοι από την πλευρά τους το παιδί σας να ενσωματωθεί μέσα στη σχολική τάξη. Μικρές ομάδες εργασίας, συχνές αλλαγές θέσεων που θα οδηγήσουν σε αλληλεπίδραση όλων των παιδιών, μπορεί να επιφέρουν θετικά αποτελέσματα.
  • Αναρωτηθείτε μήπως οι δικές συμβουλές μπορεί να παρεμποδίζουν το παιδί να λειτουργήσει σαν μέλος μιας παρέας/ομάδας. Για παράδειγμα σε οικογένειες όπου υπάρχουν αυστηροί κανόνες καλής συμπεριφοράς συχνά συναντάμε παιδιά μπερδεμένα, τα οποία δυσκολεύονται να αλληλεπιδράσουν με συνομηλίκους, οι οποίοι συμπεριφέρονται με τρόπο που παρεκκλίνει από τα δικά τους πρότυπα συμπεριφοράς. Έτσι επιλέγουν την απομόνωση.
  • Διδάξτε στο παιδί σας τρόπους αυτοπροστασίας. Σε περίπτωση που η απομόνωση συνοδεύεται και από άλλου τύπου παρενόχληση (βία, κοροϊδία, αφαίρεση προσωπικών αντικειμένων), το παιδί θα πρέπει να γνωρίζει πώς μπορεί να προστατευτεί από αυτή, για παράδειγμα να απευθυνθεί σε κάποιο δάσκαλο ή να απομακρυνθεί από την ένταση πηγαίνοντας σε κάποιο ασφαλές σημείο.
  • Δεδομένου ότι η παρέα και οι φίλοι είναι πολύ σημαντικοί για την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη ενός παιδιού, βοηθήστε το παιδί σας να ενταχθεί σε κάποια ομάδα συνομηλίκων εκτός σχολείου. Μια ομαδική δραστηριότητα θα μπορούσε να έχει θετικά αποτελέσματα στην ψυχολογία του.
  • Αν το παιδί σας απομονώνεται εξαιτίας κάποιου εξωτερικού χαρακτηριστικού ή αδυναμίας του, συζητήστε μαζί του γι’ αυτό και βοηθήστε το να αποδεχτεί τις διαφορές μεταξύ των ανθρώπων. Ταυτόχρονα αναδείξτε τα θετικά του στοιχεία, τα ταλέντα του, δεξιότητες για τις οποίες θα πρέπει να νιώθει περήφανος/η. Από την άλλη αν απομονώνεται λόγω κακής δικής του συμπεριφοράς (επιθετικότητα), θα πρέπει να παρέμβετε άμεσα, εντοπίζοντας τα αίτια, εξηγώντας του τις συνέπειες των πράξεων του και εφαρμόζοντας λύσεις που θα αφορούν όλη την οικογένεια. Η επιθετική συμπεριφορά ενός παιδιού, συχνά οφείλεται σε κακή ενδοοικογενειακή επικοινωνία.
  • Τέλος αποτελέστε πρότυπο για το παιδί σας. Αν και εσείς οι ίδιοι δυσκολεύεστε στις κοινωνικές συναναστροφές και επιλέγετε την μοναχικότητα, αντίστοιχα θα συμπεριφερθεί και το παιδί σας. Δείξτε του μέσα από δικές σας πράξεις πώς μπορεί να προσεγγίσει φίλους και να κοινωνικοποιηθεί.