Ορολογία αποτελεί «το σύνολο των ειδικών όρων που χρησιμοποιούνται σε συγκεκριμένο γνωστικό ή επαγγελματικό χώρο»1
. Είναι
σαφές, ωστόσο, ότι ανάλογα με το επιστημονικό/γνωστικό πεδίο, η
ορολογία είναι λιγότερο ή περισσότερο ‘συμπαγής’. Έτσι, μικρές ή κα-
θόλου διαφοροποιήσεις θα καταγραφούν στα μαθηματικά, τη φυσική
ή ακόμα και τη νομική ενώ μεγαλύτερος ‘πλουραλισμός’ χαρακτηρίζει το γνωστικό πεδίο των κοινωνικών επιστημών. Στη δεύτερη αυτή
κατηγορία εντάσσεται και η Εγκληματολογία. Πολλώ μάλλον όταν
και για τον ορισμό της ίδιας δεν υπάρχει απόλυτη σύμπτωση απόψε-
ων. Ενδεικτικά τα αναφερόμενα στην εισαγωγή της πρώτης έκδοσης
του Sage Dictionary of Criminology2
, όπου οι επιμελητές έκδοσης
αναφέρουν χαρακτηριστικά: «Δεν υπάρχει, λοιπόν, ένας ορισμός της
εγκληματολογίας σε αυτό το λεξικό αλλά ένα πλήθος θορυβωδών και
συζητήσιμων εγκληματολογικών οπτικών, οι οποίες από μόνες τους
συχνά εξαρτώνται και τροφοδοτούνται από γνώσεις και προβληματισμούς που πηγάζουν από αλλού».
Στο πλαίσιο αυτό, οι σκέψεις που εκτίθενται παρακάτω αποσκοπούν
αποκλειστικά και μόνο να αποτελέσουν μια βάση επιστημονικής συ-
ζήτησης και προβληματισμού, μέσα από την ανταλλαγή απόψεων και
την ανάπτυξη γόνιμου διαλόγου. Την αφετηρία του προβληματισμού
αυτού αποτέλεσε η ευρεία χρήση –από εγκληματολόγους αλλά και μη
εγκληματολόγους– ορισμένων σχετικά νεότευκτων όρων που είναι
επιδεκτικοί συζήτησης και αντίθετης επιχειρηματολογίας. Ενδεικτική η
αναφορά σε δύο ‘όρους’ που τείνουν να επικρατήσουν, λόγω της υιοθέτησής τους και από το δημοσιογραφικό λόγο.
Ο πρώτος εξ αυτών είναι ο «θύτης» αντί του όρου «δράστης» ή
«εγκληματίας» ή «παραβάτης» (του ποινικού νόμου για τους ανηλίκους ειδικά). Προέρχεται από το ρήμα «θύω» (=θυσιάζω), όπως και
το «θύμα» ή η «θυσία». Η κυριολεκτική έννοια, λοιπόν, του «θύτη»
υποδηλώνει κάποιον που κάνει θυσία. Προφανώς χρησιμοποιείται
κατ’ αντιστοιχία του όρου «θύμα», το οποίο στην εγκληματολογική
ορολογία έχει επικρατήσει αντί του όρου «παθών» που χρησιμοποιεί ο ποινικός κώδικας. Έτσι, εν προκειμένω, επεκτείνεται μια αδόκιμη
ορολογία με τη δημιουργία και μιας νέας επίσης αδόκιμης (θύμα-θύτης
αντί για παθών δράστης/εγκληματίας/ανήλικος παραβάτης).
Ο λόγος δημιουργίας ενός νέου ‘όρου’ όπως αυτός, δεν είναι γνωστός ούτε επιστημονικά τεκμηριωμένος. Προφανώς πρόκειται για μια
‘εκλαϊκευμένη’ προσέγγιση επιστημονικής ορολογίας και ίσως μια
τάση αποφόρτισης των νομικών/εγκληματολογικών όρων. Σε κάθε
περίπτωση, η κατ’ επανάληψη αναφορά σε «θύτες» εγκλημάτων όλων
των ειδών εύλογα δημιουργεί το ερώτημα «τι θυσία κάνουν αλήθεια
οι δράστες μιας σειράς εγκλημάτων και σε ποιον;».
Ενδεικτικό και το δεύτερο παράδειγμα του ‘όρου’ «παραβατικός» που
χρησιμοποιείται αντί για τον όρο «παραβάτης» (στις περιπτώσεις των
ανηλίκων δραστών) ή ενίοτε και αντί για τον «δράστη/εγκληματία».
Στην πρώτη περίπτωση, των ανηλίκων δραστών αξιόποινων πράξεων, λόγοι αποφυγής στιγματισμού τους οδήγησαν στην καθιέρωση του όρου «ανήλικος παραβάτης» αντί για «ανήλικος εγκληματίας»3
.
Πρόκειται για δόκιμη και αποδεκτή ορολογία σε διεθνές επίπεδο (dé-
linquance juvénile, juvenile delinquency). Αντίθετα, ο όρος «παραβατικός» -παρά τις καλές προθέσεις όσων τον χρησιμοποιούν- είναι αδόκιμος διότι –έστω και ακούσια– καταλήγει στο αντίθετο αποτέλεσμα,
μέσα από την απόδοση της «ετικέτας» του παραβάτη.
Συγκεκριμένα, η χρήση ενός επιθέτου (παραβατικός) στη θέση ενός ουσιαστικού (παραβάτης) προσδίδει μια ιδιότητα/ποιότητα στο υποκείμενο και κατ΄αυτόν τον τρόπο αποδίδει την πράξη σε κάποια χαρακτηριστικά του δράστη/υποκειμένου της (βλ. αντίστοιχα τον όρο επιθετικός,
κοκ). Άρα, ο «παραβατικός» ανήλικος είναι ο ανήλικος που διαπράττει
παραβάσεις, ενώ ο ανήλικος «παραβάτης» είναι ο ανήλικος που διέπραξε παράβαση.
Στην περίπτωση χρήσης του όρου «παραβατικός» εν γένει για τους
δράστες/εγκληματίες, πέραν των προαναφερθέντων για τους ανηλίκους, η αναφορά στην παράβαση ή παράγωγά της αντί για το έγκλημα
δεν είναι δόκιμη, δεδομένου ότι η μόνη εξαίρεση αφορά τους ανήλικους παραβάτες. Για το λόγο αυτό, θεωρώ ατυχή τη μετονομασία των
Τοπικών Συμβουλίων Πρόληψης της Εγκληματικότητας (ΤΟΣΠΕ) σε
Τοπικά Συμβούλια Πρόληψης Παραβατικότητας (ΤΟΣΠΠΑ), βάσει
του νόμου 3387/2005. Σύμφωνα με όσα έχω ήδη αναφέρει για το
θέμα αυτό4
, η μετονομασία αυτή δημιουργεί μια ασάφεια σχετικά με
το αντικείμενο των οργάνων αυτών, εφόσον ο όρος «παραβατικότητα» υποκαθιστά στον εγκληματολογικό λόγο μόνο την περίπτωση
της εγκληματικότητας με δράστες ανηλίκους. Όμως, είναι σαφές ότι
τα ΤΟΣΠΠΑ δεν απευθύνονται μόνο σε ανηλίκους (αν και αποτελούν βασική ομάδα επικέντρωσης των προληπτικών προσπαθειών) αλλά και σε ενηλίκους. Άλλωστε, τόσο ο νόμος 2713/1999 όσο
και ο μεταγενέστερος 3387/2005, αναφέρονται ρητά στην πρόληψη
της εγκληματικότητας και ως εκ τούτου είναι προφανές ότι ο όρος
χρησιμοποιείται για να υποδείξει το διαχρονικό αντικείμενο των
Συμβουλίων Πρόληψης που είναι η «μικρομεσαία εγκληματικότητα».
Τα παραπάνω δεν αντανακλούν, σύμφωνα και με όσα ήδη
προαναφέρθηκαν, κανενός είδους ‘δογματισμό’ ή ‘τυπολατρία’
5
αλλά την ανάγκη χρήσης λειτουργικών επιστημονικών όρων που
να ανταποκρίνονται στην κοινωνική πραγματικότητα και στις κοινωνικές ανάγκες και να διατηρούν παράλληλα το χαρακτήρα της
«επιστημονικής έννοιας», που αποτελεί ένα «στέρεο και ξεκάθαρο μέσο έρευνας καιαντικείμενοειδικώνσυγκριτικώνμελετών»6
.
1. Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό για το σχολείο & το γραφείο, Κέντρο Λεξικολογίας,
Αθήνα: 2004.
2. E. McLaughlin & J. Muncie (Eds), The Sage Dictionary of Criminology, Sage
Publications, London, Thousand Oaks, New Delhi:2006, second edition.
3. Κ.Δ. Σπινέλλη, «Ανήλικοι εγκληματίες ή νεαροί παραβάτες; Το πρόβλημα υπό
το πρίσμα της θεωρίαςτης ετικέτας», Ποινικά Χρονικά, τ.ΚΣΤ (26), 1976.
4. Βλ. υποσημείωση 28 του άρθρου της γράφουσας: «Τοπική κοινωνία και αντεγκληματική πολιτική: Όροι και προϋποθέσεις της συμμετοχής των πολιτών
στις κοινοτικές μορφές πρόληψης της εγκληματικότητας», στο Ε. Φασούλα,
Φ. Μηλιώνη (Επιμ.), Κοινωνία, Έγκλημα, Εθελοντισμός, εκδ. Α. Σάκκουλα, τ.
25 της σειράς του Εργαστηρίου Ποινικών και Εγκληματολογικών Ερευνών της
Νομικής ΣχολήςτουΠανεπιστημίουΑθηνών, Αθήνα-Κομοτηνή, 2011: 45-61.
5. Αντίθετα η γράφουσα έχει προβεί ακόμη και σε λεξιπλασία αναφορικά με
τον όρο «τιμωρητικότητα», βλ. αιτιολόγηση στο βιβλίο της Tιμωρητικότητα.
Σύγχρονεςτάσεις, διαστάσεις και εγκληματολογικοί προβληματισμοί, Αθήνα,
ΝομικήΒιβλιοθήκη, 2008, σ. 21 επ.
6. Λήμμα «Έννοια», Θ.Α. Βασιλείου & Ν. Σταματάκη, Λεξικό Επιστημών του
Ανθρώπου, Gutenberg, Αθήνα, 1992, σ. 135.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου